Τρίτη, Δεκέμβριος 08, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκέμβριος 08, 2009 | Permalink
4 ήττες
«Ξεπερνώ σημαίνει αποδέχομαι, όχι αλλάζω σελίδα και ξεχνώ.». Η φράση αυτή του Κάρλος Πιέρα που προτάσσει στην αρχή του σπονδυλωτού μυθιστορήματος του, «ΤΑ ΤΥΦΛΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ», (Εκδ. Πάπυρος, (εξαιρετική) μετάφραση Κων.Παλαιολόγος, σελ. 200), ο πρόωρα χαμένος Ισπανός συγγραφέας Alberto Mendez (1941-2004) αποτελεί και το νόημα ουσιαστικά μιάς εκπληκτικής ελεγείας για τους νεκρούς του Εμφυλίου, μιάς εποχής που ακόμα και τόσα χρόνια μετά (70 και...) στοιχειώνει το βαθύτερο είναι του ισπανικού λαού.

«Τα τυφλά ηλιοτρόπια (Los girasoles ciegos)» είναι ένα σπάνιο βιβλίο. Ένα από αυτά που δεν συναντάς συχνά. 4 ιστορίες ελαφρώς συνδεδεμένες μεταξύ τους, 4 επεισόδια που ξεκινάνε από τις τελευταίες ημέρες του Εμφυλίου, το 1939 (η πρώτη ιστορία) γιά να καταλήξουν το 1942 (στην τελευταία ιστορία). 4 ήττες , 4 (και όχι μόνο) θάνατοι απλών καθημερινών ανθρώπων, 4 (και όχι μόνο) δράματα που εκτυλίσσονται χαμηλόφωνα, χωρίς εντάσεις, διηγήσεις γραμμένες απλά και λυρικά και που όλες κουβαλάνε πόνο βαθύ.

Από τους τίτλους και μόνο των 4 ιστοριών νιώθεις ότι κάτι γίνεται εδώ. Τους παραθέτω:
-Πρώτη ήττα:1939 ή Εάν η καρδιά σκεφτόταν,θα έπαυε να χτυπά
-Δεύτερη ήττα:1940 ή Το χειρόγραφο που βρέθηκε στη λησμονιά
-Τρίτη ήττα:1941 ή Η γλώσσα των νεκρών
-Τέταρτη ήττα:1942 ή Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Και οι 4 ιστορίες με καθηλωτικές εισαγωγικές προτάσεις που βάζουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην καρδιά της αφήγησης, δείγμα των μεγάλων ικανοτήτων του συγγραφέα. Στην πρώτη που εκτυλίσσεται τις τελευταίες ημέρες του εμφυλίου και καθώς «πέφτει» μετά από πολύχρονη και αιματηρή πολιορκία η Μαδρίτη στα χέρια των πραξικοπηματιών,ο λοχαγός Αλεγκρία που ήταν υπεύθυνος στην διαχείριση εφοδίων για τρία χρόνια, όσο δηλαδή κρατούσε η πολιορκία της πρωτεύουσας, αποφασίζει να παραδοθεί στους Δημοκρατικούς που ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν ηττημένοι την πόλη. Επιλέγει την ήττα, και τον θάνατο, λιποτάκτης για τους νικητές, εχθρός και προδότης για τους ηττημένους.

«Γνωρίζουμε πλέον ότι ο λοχαγός Αλεγκρία επέλεξε το θάνατό του δίχως να το πολυσκεφτεί, δίχως να κοιτάξει το οργισμένο πρόσωπο του μέλλοντος που προσμένει τις χαραγμένες ανάποδα ζωές. Επέλεξε να αργοσβήσει δίχως πάθη και κινήσεις εντυπωσιασμού, δίχως να υψώσει τη φωνή του εκτός από τη στιγμή που διέσχισε το πεδίο της μάχης, με τα χέρια υψωμένα όσο χρειαζόταν για να μη φανεί ότι εκλιπαρεί και,μπροστά σ’έναν αποσβολωμένο εχθρό, κραύγασε ξανά και ξανά:«Είμαι ένας παραδομένος».»

Ο λοχαγός Αλεγκρία ηττημένος μέσα στους ηττημένους, προσεχής νεκρός μέσα στους μελλοθάνατους, θα ζήσει μιά απίστευτη περιπέτεια γιατί σ’αυτόν τον παράλογο πόλεμο(λες και υπάρχει «λογικός» πόλεμος)ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου δεν μπορείς.

Στην δεύτερη ιστορία, η αρχή της, τα λέει όλα:

«Αυτό το κείμενο βρέθηκε το 1940 σ’ένα λιβάδι στο οροπέδιο του Σομιέδο, εκεί όπου συναντιέται η Αστούριας με τη Λεόν. Βρέθηκε ο σκελετός ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού σε ηλικία θηλασμού που είχε διατηρηθεί κατά τρόπο θαυμαστό πάνω σε κάτι σακιά από χοντρή λινάτσα που ήταν απλωμένα σ’ένα ράντζο · ήταν σκεπασμένοι με το δέρμα ενός λύκου και μαλλί από αγριοκάτσικο, τρίχες από αγριογούρουνο και ξερά κλαδιά φτέρης. Τα δύο σώματα βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο και ήταν τυλιγμένα μ’ένα λευκό κάλυμμα κρεβατιού («σαν να σχημάτιζαν φωλιά»,σημειώνεται στην επίσημη αναφορά),η καθαριότητα του οποίου ερχόταν σε αντίθεση με το υπόλοιπο κατάλυμα που ήταν βρόμικο, δυσώδες και μίζερο.»

Ένα ζευγάρι παίρνει τα βουνά μόλις ο Φράνκο αναλαμβάνει την εξουσία. Είναι και οι δύο πολύ νέοι,ο άντρας είναι ποιητής, δεκαοχτάχρονος, ουσιαστικά ένα παιδί. Η κοπέλα, η Ελένα ήδη έγκυος πεθαίνει στη γέννα και ο άντρας βρίσκεται με το νεογέννητο χωρίς να ξέρει τι να κάνει κάπου στην ερημιά μέσα στον χειμώνα. Κρατάει ημερολόγιο όπου εξιστορεί την πορεία προς τον θάνατο. Τον καθημερινό αγώνα να κρατηθούν στη ζωή, το παιδί που έγινε άντρας και το μωρό που δεν θα γίνει ποτέ παιδί. Η απελπισία και η μυρωδιά του θανάτου διαπερνάει τις σελίδες του ημερολογίου

Η τρίτη ιστορία αρχίζει σαν φάρσα όταν ο αγωνιστής - νοσοκόμος του Δημοκρατικού στρατού συλληφθείς μετά την παράδοση της Μαδρίτης, στο δικαστήριο χωρίς να το συνειδητοποιήσει παίρνει «παράταση ζωής» λέγοντας στον Δικαστή ότι γνώρισε τον γιό του λίγο προτού εκτελεστεί ως αιχμάλωτος. Ο Χουάν Σένρα, καθηγητής τσέλου όντως γνώρισε τον γιό του Συνταγματάρχη Εϊμάρ, αλλά εκείνος ήταν ένας απατεώνας, ένας χυδαίος τύπος που εκτελέστηκε γιά εμπόριο μαύρης αγοράς και για κλοπή, όχι για τις ιδέες του. Ξέρει όμως ότι εάν τον παρουσιάσει ως ήρωα στα μάτια του βαρυπενθούντα πατέρα, ενδέχεται να του χαριστεί η ζωή. Επιλέγει να παίξει το παιχνίδι αλλά μέσα του το ξέρει καλά ότι δεν θα αντέξει στο ψέμα. Βλέπει τους φίλους και συμπολεμιστές του να παίρνουν τον δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα και σιχαίνεται τον εαυτό του καθημερινά για το θέατρο που παίζει μέσα στην «φυλακή των ηττημένων» συγκλονίζεται δε, όταν τον πλησιάζει ο λοχαγός Αλεγκρία (ήρωας της πρώτης ιστορίας) και του ψιθυρίζει στο αυτί:
«Εσύ κι εγώ ζούμε δανεική ζωή. Πρέπει να κάνουμε κάτι για να μη χρωστάμε τίποτα σε κανέναν.»

Ο Χουάν ζει την ήττα καθημερινά, και όταν βλέπει να παίρνουν τον κολλητό του για εκτέλεση σπάει και αποφασίζει να σταματήσει το παιχνίδι, να πει την αλήθεια, να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Λίγα λόγια σε ένα γράμμα στον αδελφό του για αντίο...

«Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελλαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών. Να με θυμάσαι πάντα και προσπάθησε να είσαι ευτυχής. Με αγάπη, ο αδελφός σου, Χουάν».

Η τέταρτη ιστορία, που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα, είναι η μεγαλύτερη σε έκταση αλλά και η πιό συγκλονιστική από τις τέσσερις. Είναι η ιστορία ενός παράξενου κουαρτέτου. Ενός παπά, του αδελφού Σαλβαδόρ, δάσκαλου σε ένα σχολείο, του μαθητή του Λορένθο και των δύο γονιών του μαθητή, του Ρικάρντο και της Ελένας. Η ιστορία μοιράζεται μεταξύ των αφηγήσεων του μικρού Λορένθο και του παπά - δυο αφηγήσεις διαφορετικές μεταξύ τους σε γλώσσα και ύφος αλλά και σε περιεχόμενο.
Ο παπάς έβλεπε τον μικρό να συνοδεύεται στο σχολείο από την όμορφη μητέρα του. Στις επίμονες ερωτήσεις του, ο μικρός απαντούσε μονολεκτικά, «ο πατέρας μου έχει πεθάνει». Ο παπάς ερωτεύθηκε την Ελένα και ήταν ικανός να διαπράξει την μεγαλύτερη τρέλλα για να την κατακτήσει. Ο Λορένθο προσπαθούσε να διαφυλάξει το μεγάλο μυστικό:

«Τώρα μπορώ πλέον να μιλήσω για όλα αυτά, αν και μου είναι δύσκολο να τα θυμάμαι, όχι γιατί ατόνησε η μνήμη μου, αλλά εξαιτίας της ναυτίας που μου προκαλεί η παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια σαν μια απεραντοσύνη που έζησα μέσα σ’έναν καθρέφτη, σαν κάτι που είχα την ατυχία ταυτόχρονα να ζω και να παρατηρώ. Από τη μια πλευρά του καθρέφτη βρισκόταν η υποκρισία, το προσποιητό. Από την άλλη, αυτά που πράγματι συνέβαιναν. Σήμερα αυτά που θυμάμαι από τότε που ήμουν παιδί εξακολουθούν να με τρομάζουν, γιατί όσο περνούν τα χρόνια επικρατεί η πεποίθηση ότι, αν δεν είχα υπάρξει παιδί, δεν θα είχε συμβεί τίποτα απ’όσα συνέβησαν.
Υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος που λεγόταν οδός Αλκαλά 177, τρίτος όροφος, τρίτη πόρτα αριστερά· ήταν ο τόπος μου. Ο εν λόγω πλανήτης ανήκε σ’ενα απέραντο σύμπαν που μας παραμόνευε, δηλαδή στο οικοδομικό τρίγωνο μεταξύ των οδών Αλκαλά, Μοντέσα και Αγιάλα. Ζούσαμε σ’ενα οικοδομικό «τετράγωνο» που δεν είχε καν τέσσερις πλευρές, όπως τα υπόλοιπα· ακόμα κι έτσι όμως αυτός ήταν ο κόσμος μου! Πιό πέρα υπήρχαν και άλλοι γαλαξίες: οι οδοί Τορίχος και Γκόγια, από τη μια πλευρά, και από την άλλη, ο ζοφερός κόσμος της Φουέντε δελ Μπέρο και της πλατείας Μανουέλ Μπεθέρα, όπου κατοικούσαν παιδιά πιό φτωχά από εμάς και με τα οποία μας έδενε αμοιβαίο και ανεξήγητο μίσος, μίσος που μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή τα πάντα ανήκαν σε κάποια φατρία: τα πεζοδρόμια, η μπάλλα, η σβούρα, η γόμα και οι φίλοι. Θυμάμαι, επίσης, ότι υπήρχε ένα ανήλιαγο στενάκι που έκοβες δρόμο και σ’έβγαζε στο σχολείο της Αγίας Οικογένειας, ένα παλατάκι που βρισκόταν στη γωνία των οδών Ναρβάεθ και Ο’Ντόνελ. Ένα τέταρτο της ώρας δρόμος που τον έκανα, με παρέα ή μόνος μου, χιλιάδες φορές, αλλά που μου ήταν τόσο ξένος, ώστε δεν καταφέρνω ν’αναπλάσω τελείως στη μνήμη μου την εικόνα του. Η αλήθεια είναι ότι μόνο όταν επέστρεφα στο τριγωνικό μου «τετράγωνο» ξαναβρισκόμουν, στο δικό μου σύμπαν.
Από όλες τις αναμνήσεις όμως αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχα έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα.»


Ο Ρικάρντο κρύβεται, η Ελένα τραβάει όλο το λούκι, έχει και τον παπά στα πόδια της να την παρενοχλεί συνεχώς. Ένα δράμα που την «κάθαρση» του θα δώσει το απονενοημένο διάβημα του σαλεμένου από τον έρωτα αδελφού Σαλβαδόρ. Η (στα όρια του γκροτέσκου) φιγούρα του παπά αναπαριστά όλη την σκοτεινή ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ισπανίας, του χαφιεδισμού και της παπαδοκρατίας, αυτών των σκοτεινών χρόνων που καμμία άλλη χώρα στην Ευρώπη δεν βίωσε τόσο έντονα.

Το βιβλίο του Μέντεθ είναι ένα αριστούργημα. Από τις σελίδες του περνάει το ανθρώπινο δράμα σε όλες του τις εκφάνσεις. Ο συγγραφέας δεν παίρνει θέση υπέρ ή κατά της μιάς ή της άλλης πλευράς. Εξάλλου έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ο λοχαγός Αλεγκρία της πρώτης ιστορίας που δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό με ποιά πλευρά να πολεμήσει το 1936, πήγε εκεί που η τάξη του και η ιστορία της οικογένειάς του το απαιτούσε - έπρεπε να υπερασπιστεί «αυτά που ήταν πάντοτε δικά του». Άσχετα αν κατέληξε να φυλακιστεί από τους πριν από ελάχιστο διάστημα δικούς του ανθρώπους ήταν ένας συνειδητοποιημένος «συντηρητικός δεξιός» που είναι το ίδιο συμπαθής ως λογοτεχνικός χαρακτήρας με τον Ρικάρντο Μάθο, τον αριστερό διανοούμενο καθηγητή Λογοτεχνίας της τελευταίας ιστορίας, τον φίλο του Ιλία Έρενμπουργκ και του Αντρέ Μαλρό που κρύβεται μέσα σε μία ντουλάπα για να γλυτώσει την ζωή του. Όλοι οι χαρακτήρες των ιστοριών πρωταγωνιστικοί ή όχι, όλοι αυτοί οι «ηττημένοι» υποφέρουν από έναν παραλογισμό, από μιά μαζική παράκρουση που κυρίεψε μία χώρα γιά πάνω από 60 χρόνια.

Τα κατάμαυρα και καταθλιπτικά πρώτα χρόνια - αυτά της «εκδίκησης» - της στυγνής δικτατορίας του «Χενεραλίσιμο» Φράνκο περιγράφονται υπαινικτικά στις σελίδες του ανεπανάληπτου αυτού μυθιστορήματος. Οι συνταγματάρχες που κάνουν ότι γουστάρουν, οι παπάδες που έχουν αναλάβει να «εκπαιδεύσουν και να διαπαιδαγωγήσουν» τον λαό. Μιά μακριά περίοδος σκοταδισμού που δεν έχει λογοτεχνικά αξιοποιηθεί ιδιαίτερα. Ο συγγραφέας με ένα λιτό και περιεκτικό βιβλίο μόλις 200 σελίδων μιλάει για την απελπισία, τον μαρασμό, την θλίψη, την περιφρόνηση, την ισοπέδωση των ηττημένων με ένα τρόπο που σου μένει βαθιά στην ψυχή. Όπως λέει και ο Λορένθο ενθυμούμενος τον καιρό που ο πατέρας του κρυβότανε μέσα στο ντουλάπι: «Τα πάντα ήταν πραγματικά, αλλά τίποτα δεν ήταν αληθινό.»
Μάλλον το καλύτερο βιβλίο που διάβασα μέσα στη χρονιά που φεύγει.

Υ.Γ. Η τελευταία ιστορία από «ΤΑ ΤΥΦΛΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ» γυρίστηκε ταινία το 2008, με τον ίδιο τίτλο και γνώρισε τεράστια εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία στην Ισπανία παρά τις μάλλον ανάμικτες κριτικές.
 
Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009 | Permalink
«Lingua eius loquetur mendacium» (η γλώσσα του ψεύδη λαλεί).
Ένα βιβλίο γεμάτο μυστικά και ψέμματα είναι το πρώτο μυθιστόρημα του σχετικά νέου Βρετανού συγγραφέα και δημοσιογράφου, Andrew Wilson «ΨΕΥΤΡΑ ΓΛΩΣΣΑ»,( Εκδ.Μεταίχμιο, μετάφρ.Ν.Προδρομίδου, σελ.375), γνωστού στην χώρα μας από την ωραία βιογραφία της μεγάλης Π.Χάισμιθ που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια με τίτλο «Ζωή στο σκοτάδι». Η «ΨΕΥΤΡΑ ΓΛΩΣΣΑ» θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα της πολυγραφότατης Χάισμιθ αφού οι ομοιότητες και οι επιρροές της στον Γουίλσον είναι εμφανείς από την πρώτη σελίδα του βιβλίου και την γνωριμία μας με τον ήρωα του, τον νεαρό Άνταμ Γουντς, έναν τύπο που όχι μόνο θυμίζει Ρίπλεϋ αλλά είναι και κατά κάποιο τρόπο αντίγραφό του.

Ο Άνταμ Γουντς μόλις έχει αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο όπου σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και έχει αρχίσει να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα. Επιλέγει την Βενετία ως τόπο διαμονής του και μετά από ένα «γύρισμα της τύχης» προσλαμβάνεται από έναν απομονωμένο γηραιότατο Άγγλο συγγραφέα, τον Γκόρντον Κρέις που ζει σε ένα παλάτσο της πόλης και θέλει έναν άνθρωπο γιά όλες τις δουλειές δηλαδή, καθάρισμα του σπιτιού, μαγείρεμα, ψώνια και συντροφιά. Ο Κρέις πλούτισε από το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε σαράντα χρόνια πριν και το οποίο έγινε επιτυχημένη ταινία. Από τότε δεν έγραψε και δεν εξέδωσε ούτε μία γραμμή. Ο Γουντς μετά από λίγες ημέρες συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν «λογοτεχνικό θησαυρό» όταν ανοίγοντας την αλληλογραφία του εργοδότη του διαπιστώνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο μυστικό στην ζωή του με τον θάνατο του παλαιού συγκατοίκου του Κρέις, ενός προστατευόμενου του νεαρού, εραστή του και επίδοξου συγγραφέα.

Ο σκοπός της ζωής του πλέον είναι να γράψει την βιογραφία του μυστηριώδους γέροντα, ο οποίος εκτός των άλλων δείχνει να του έχει αδυναμία και να έλκεται ερωτικά από εκείνον. Ο Γουντς όμως φαίνεται ότι έχει κι εκείνος «μυστικά στην ντουλάπα του» αφού όπως μαθαίνουμε στην πορεία της ιστορίας, ξυλοφόρτωσε με άσχημο τρόπο την αγαπημένη του κατά την διάρκεια των σπουδών του, ενώ η βίαιη φύση του δεν κρύβεται εύκολα. Στα χαρτιά του Κρέις θα ανακαλύψει επίσης ότι, μιά γνωστή Αγγλίδα συγγραφέας επιτυχημένων βιογραφιών προτίθεται να γράψει κι εκείνη την βιογραφία του Κρέις ενώ ένα άλλο καταχωνιασμένο γράμμα που έχει σταλεί από μιά άγνωστη γυναίκα εκβιάζει τον διάσημο συγγραφέα για κάτι που έγινε πολλά χρόνια πριν. Ο Γουντς αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, βρίσκει μιά πρόφαση και γυρίζει στην Αγγλία να ψάξει το παρελθόν του Κρέις, να βρει την γυναίκα που τον εκβιάζει και να αποθαρρύνει την Αγγλίδα συγγραφέα που ζητάει την άδεια του Κρέις για την βιογραφία του που ετοιμάζει. Τα ευρήματα θα είναι συγκλονιστικά και θα αλλάξουν την πορεία της ιστορίας.

Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος είναι το μεγάλο ατού του Γουίλσον. Από την «πόλη-σκηνικό» που είναι η Βενετία με τα σκοτεινά στενά, τα παλιά σπίτια, την υγρή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα έως την εξοχή της Αγγλίας, την αγροτική επαρχία, το επιβλητικό κολλέγιο που δίδασκε ο Κρέις και αποτέλεσε το σκηνικό του μυθιστορήματός του και μέσα στο οποίο περιμένει ο Γουντς να βρει τα κρυμμένα μυστικά της ζωής του εργοδότη του, η ιστορία εκτυλίσσεται με έναν αργό και υποβλητικό τρόπο, όπου όλα συνεχώς ανατρέπονται. Χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη αγωνία και χωρίς να συμβαίνουν συνεχώς πράγματα, το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο και το μυθιστόρημα του Γουίλσον μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό page-turner βιβλίο το οποίο μέχρι την τελευταία του σελίδα δεν ξέρεις που θα καταλήξει.

Ουσιαστικά είναι ένα παιχνίδι μεταξύ του Κρέις και του Γουντς. Μία συνεχής αναμέτρηση που θυμίζει από την μία τα (εξαιρετικά και σπινθηροβόλα) μυθιστορήματα της Χάισμιθ -της οποίας η αύρα στοιχειώνει το βιβλίο- και από την άλλη το πανέξυπνο και βασανιστικά γοητευτικό θεατρικό έργο (αλλά και κινηματογραφική ταινία) ΣΛΟΥΘ του A.Shaffer με τα συνεχή mind games και τις παγίδες που επιφυλάσσει ο σκοτεινός και σατανικός Κρέις στον φιλόδοξο και υπερβολικό Γουντς. Κλειστοφοβικό και διαστροφικό, γεμάτο βία από την παιδική ηλικία μέχρι τα βαθειά γεράματα, δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, ούτε το βιβλίο που θα λατρέψεις, αλλά περνάς καλά μαζί του. Οι συνεχείς του ανατροπές σε κρατάνε και σου προσφέρουν στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης. Είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς συμπαθείς χαρακτήρες, ένα συνεχές παιχνίδι σκακιού στο οποίο προσπαθείς να προβλέψεις τις κινήσεις δύο «δαιμονικών» ανθρώπων που λένε συνεχώς ψέμματα και το θέμα είναι ποιός θα την πατήσει... Το καλό είναι ότι είναι και οι δύο ήρωες τόσο αντιπαθείς που αποκλείεται να στενοχωρηθείς με το έτσι κι αλλιώς ιδιοφυές τέλος που σίγουρα θα άρεσε και στην Χάισμιθ ακόμα.
 
Τετάρτη, Νοέμβριος 25, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοέμβριος 25, 2009 | Permalink
2 μεγάλοι σύγχρονοι συγγραφείς
Η συγγραφική πορεία του εξαιρετικού Ολλανδού αλλά πλέον πολιτογραφημένου Σκωτσέζου συγγραφέα Michel Faber πιστεύω ότι θα χαρακτηρισθεί από το ανεπανάληπτο αριστούργημα του, «ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΥΚΟ»(2002,εκδ.Λιβάνη). Μπορεί τα προηγούμενα μυθιστορήματα ή συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα να ήταν ιδιαίτερα αξιόλογα (κυρίως το «ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ») αλλά η απήχηση που βρήκε στο κοινό το «βικτωριανό» και ιδιαίτερα ογκώδες (1077 σελίδες) προαναφερθέν μυθιστόρημα, δεν έχει προηγούμενο. Βασιζόμενος στην επιτυχία και την δημοφιλία του , ο Φέιμπερ εξέδωσε «ΤΟ ΜΗΛΟ», (Εκδ.Καστανιώτη,σελ. 154, μετάφρ.Μ.Μακρόπουλος), μιά συλλογή 7 διηγημάτων που «πατάει» πάνω στο ογκώδες μυθιστόρημα – όχι,δεν το «συνεχίζει»,ούτε το «εκμεταλεύεται» (εντάξει..λίγο...) απλά το διευρύνει λίγο είτε κινούμενος στην εποχή που διαδραμματίζεται το «Άλικο...», είτε παραθέτοντας στιγμιότυπα από το παρελθόν (κυρίως) ορισμένων από τους ήρωες του μυθιστορήματος.

Τα διηγήματα της συλλογής είναι όλα ένα κι ένα. Η υπέροχη γραφή (το στυλ,το ύφος) του Φέιμπερ, ο εκπληκτικός του τρόπος να περιγράφει παραδοσιακές καταστάσεις με τελείως μη παραδοσιακό τρόπο, η Βικτωριανή ατμόσφαιρα των διηγημάτων (όπως και του μυθιστορήματος) ξαφνικά «σπάει»,«διαταράσσεται» από την ωμότητα της λεπτομέρειας – κάτι που ο συγγραφέας κατορθώνει με μοναδική ικανότητα. Στα αριστουργηματικά, «Η Κλάρα και ο Αρουραίος» και «Η μύγα και η επίδρασή της στον κύριο Μπέντλι» είναι οι λεπτομέρειες, αυτές οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των σκηνών (σχεδόν σαν πίνακες) είτε στην αρένα των αρουραιομαχιών όσο αφορά την πρώτη ιστορία, είτε στο δωμάτιο της πόρνης και την μύγα που «κάθησε» πάνω στα οπίσθιά της (την ώρα που ο κύριος Μπέντλι ήταν έτοιμος «να εισέλθει»), στην δεύτερη ιστορία που ενθουσιάζουν τον αναγνώστη. Η Σούγκαρ, η ηρωίδα του «Άλικου...» εμφανίζεται σε δύο από τις ιστορίες σε σκηνές από το «αμαρτωλό» παρελθόν της, ενώ στο τελευταίο και μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής (που είναι ουσιαστικά μία αυτόνομη νουβέλα), το πολύ καλό «Ένα πλήθος γυναικών με πολύ μεγάλα καπέλα ακάθεκτο προχωρά» εμφανίζεται η Σόφι, ενήλιξ πλέον, φανατική φεμινίστρια υπό τις αναμνήσεις του εννενηντάχρονου πιά γιού της που περιγράφει την ημέρα της «Μεγάλης Πορείας» για την ψήφο των γυναικών στο Λονδίνο των αρχών του 20ου αιώνα. Ένα μελαγχολικό και νοσταλγικό διήγημα που κλείνει με τον καλύτερο τρόπο την συλλογή.

Το βιβλίο δεν προσθέτει τίποτα στους φανατικούς θαυμαστές του «Άλικου...», ούτε σ’αυτούς που έχουν την περιέργεια να μάθουν την συνέχεια της ιστορίας της Σούγκαρ και της Σόφι – δεν νομίζω ότι προσθέτει και κάτι ουσιαστικό στην συγγραφική πορεία του Φέιμπερ. Από την άλλη είναι ένα έξοχο δείγμα γραφής για όποιον δεν έχει μυηθεί στην γραφή του μοναδικού αυτού συγγραφέα, είμαι σίγουρος οτι αυτός ο αναγνώστης θα εντυπωσιασθεί κυρίως αν έχει στο μυαλό του τις παραδοσιακές ιστορίες από την Βικτωριανή εποχή. Μία σελίδα και μόνο από τον Φέιμπερ σου αρκεί για να μπεις στην αντι-Βικτωριανή ατμόσφαιρα των Βικτωριανών του ιστοριών.

Αντίθετα, μία σελίδα δεν σου αρκεί γιά να ξαναβρείς την αβάσταχτη γοητεία του τεράστιου Cormac McCarthy και των εκπληκτικών του ιστοριών από την «Άγρια Δύση». Οι υπέροχες «ΠΕΔΙΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ»(CITIES OF PLAIN), είναι ένα παλαιότερο μυθιστόρημα του μεγάλου συγγραφέα (πρωτοεκδόθηκε το 1998) που βγήκε φέτος στην χώρα μας (εκδ.Καστανιώτη, μετάφρ.Α.Μπενρουμπής, σελ. 363) και κλείνει την «τριλογία των συνόρων», όπως ονομάστηκαν τα τρία μυθιστορήματα που την απαρτίζουν («ΟΛΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ, ΠΕΔΙΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ).

Στις «Πεδινές πολιτείες» οι ήρωες των δύο προηγουμένων μυθιστορημάτων του Μακάρθυ, ο Τζων Γκρέιντυ Κόουλ, ο 16άχρονος ήρωας των «Όμορφων αλόγων...» συναντάει τον Μπίλλυ Πάρχαμ τον ήρωα του «Περάσματος»(καλύτερου βιβλίου της τριλογίας). Ο Κόουλ είναι πλέον 20άρης, και ο Μπίλλυ πλησιάζει τα 40. Δουλεύουν σε ένα παρακμασμένο ράντσο στο Νέο Μεξικό κοντά στα σύνορα με το Μεξικό. Βρισκόμαστε στα 1952 και ο κόσμος γύρω τους αλλάζει – το γνωρίζουν ότι σύντομα θα πρέπει να ψάξουν για δουλειά αφού ο στρατός ετοιμάζεται να απαλλοτριώσει ένα μεγάλο κομμάτι της περιοχής για να φτιάξει μια βάση. Ο Κόουλ είναι απόλυτος γνώστης των αλόγων και ο Μπίλλυ ένας ικανότατος γελαδάρης – είναι και οι δύο άνθρωποι μιάς άλλης εποχής.

Ο Κόουλ με την αθωότητα της νιότης του ερωτεύεται μιά νεαρή πόρνη σε ένα πορνείο στο Χουαρέζ δίπλα στα σύνορα. Ο σκοπός της ζωής του είναι πλέον να την «λυτρώσει» από τα δεσμά της και να την πάρει μακριά από τον προαγωγό της. Τυφλώνεται από το πάθος του, παρ’ότι γνωρίζει ότι αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο προχωράει με τα μούτρα προς την σύγκρουση. Ο Μπίλλυ είναι πιό συγκρατημένος και (αν θέλεις) περισσότερο προσαρμοσμένος στις συνθήκες, προσπαθεί να βάλει μυαλό του μικρού αλλά αυτός είναι «ταύρος εν υαλοπωλείω».

Οι «Πεδινές πολιτείες» είναι ένα βιβλίο για το τέλος της αθωότητας που αντιπροσωπεύεται κυρίως στον υπέροχο χαρακτήρα του Κόουλ που είναι «αθώος» στην καρδιά, όχι αφελής ή χαζός, αλλά κυριολεκτικά αθώος. Είναι επίσης ένα βιβλίο για το τέλος μιάς εποχής, το τέλος ενός τρόπου ζωής που θα αλλάξει όπως το απαιτούν οι νέες συνθήκες.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από ιστορίες καουμπόηδων, βόλτες με τα άλογα, μπουρδελότσαρκες, ανοιχτές εκτάσεις, μικροεπεισόδια γεμάτα αντρική βιαιότητα και τσαμπουκά, φιλίες που δένονται γύρω από μια μπάρα, σε ένα κυνηγητό με άλογα. Άντρες οξύθυμοι, λιγόλογοι, τραχείς – οι συνήθεις ήρωες του Μακάρθυ (αλλά και της Πριού) δηλαδή. Τα τοπία που κυριαρχούν, τα χρώματα του ορίζοντα που αλλάζουν, τρυφερότητα που παραμονεύει πίσω από την σκληράδα και την αγριάδα.
Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι γεμάτες χιούμορ, οι χαρακτήρες γήινοι,πραγματικοί και όχι χάρτινοι, οι διάλογοι κοφτοί και γρήγοροι ενώ οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου ελεγειακές και μελαγχολικές καθώς ο Μπίλλυ γέρος πλέον και ανέστιος βιώνει την σύγχρονη πραγματικότητα των πόλεων, κλείνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την αριστουργηματική τριλογία.

«Ξύπνησε την ώρα που αυτός ντυνόταν. Φόρεσε τις μπότες του και πήγε στην άκρη του κρεβατιού και κάθισε κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Γύρισε μισοκοιμισμένη και τον κοίταξε. Μέσα στα κηροπήγια τα κεριά είχαν λιώσει και πάνω στα ανάγλυφα κομμάτια του κεριού υπήρχε μαυρισμένο φιτίλι.
Tienes que irte? (Πρέπει να φύγεις;)
Si
Vas a regresar?(Θα ξανάρθεις;)
Si
Τον κοίταξε προσεκτικά στα μάτια να δει αν έλεγε την αλήθεια. Εκείνος έσκυψε και την φίλησε.
Vete con Dios (Να πας στο καλό),ψιθύρισε.
Y tu (Κι εσύ)
Τον αγκάλιασε και τον έσφιξε στο στήθος της κι ύστερα τον άφησε να φύγει κι εκείνος σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα. Γύρισε και στάθηκε κοιτάζοντάς την.
Πες τ’όνομά μου,είπε.
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και τράβηξε την κουρτίνα.
Mande?(Ορίστε;)
Di mi nobre.(Πες τ’όνομά μου)
Έμεινε εκεί κρατώντας την κουρτίνα.
Tu nombre es Juan (Τ’όνομά σου είναι Χουάν),είπε.
Ναι, είπε εκείνος.
Ύστερα έκλεισε την πόρτα και κατέβηκε στο χολ.
Το σαλόνι ήταν άδειο. Μύριζε μπαγιάτικο καπνό και γλυκιά ζύμη και ξανεμισμένο άρωμα μπαχαρικού και πασχαλιάς και τριαντάφυλλου από τις μαγαρισμένες πουτάνες. Στο μπαρ δεν υπήρχε κανείς. Λεκέδες φαινόντουσαν στο χαλί κάτω από το γκρίζο φως, φαγωμένα σημεία στα μπράτσα των καναπέδων, καψίματα τσιγάρων. Σήκωσε το μάνταλο της βαμμένης πόρτας του φουαγιέ και μπηκε στο καμαράκι με τα παλτά και πήρε το καπέλο του. Ύστερα άνοιξε την μπροστινή πόρτα και βγήκε έξω στο κρύο πρωινό.
Ένα τοπίο με χαμηλές παράγκες από λαμαρίνα και ξύλο από καφάσια εδώ στις παρυφές της πόλης. Γυμνό χώμα και εκτάσεις με χαλίκι και πέρα από αυτές οι πεδιάδες με φασκόμηλο και φρύγανα. Κοκόρια λαλούσαν κι ο αέρας μύριζε καμένο κάρβουνο. Βρήκε το δρόμο του προς τα ανατολικά κάτω από το γκρίζο φως και ξεκίνησε να πάει προς την πόλη. Μέσα στην παγερή αυγή τα φώτα έκαιγαν ακόμα πέρα κάτω από τη σκοτεινή σκιά των βουνών μ’εκείνη τη μονάκριβη απομόνωση που έχουν όλες οι πόλεις της ερήμου. Ένας άντρας ερχόταν στο δρόμο οδηγώντας ένα γαϊδούρι φορτωμένο μέχρι πάνω με καυσόξυλα. Πέρα μακριά είχαν αρχίσει να σημαίνουν οι καμπάνες. Ο τύπος του χαμογέλασε μ’ένα πονηρό χαμόγελο. Λες κι είχαν κάποιο κοινό μυστικό οι δυό τους. Κάτι σχετικό με την ηλικία και τη νιότη και με τις αξιώσεις του και με το δίκιο αυτών των αξιώσεων. Και με τις αξιώσεις που βάραιναν πάνω τους. Ο παρελθόν χρόνος, ο χρόνος που πρόκειται να’ρθεί. Το εφήμερο και των δυο. Πάνω απ’όλα η βαθιά ριζωμένη γνώση ότι ομορφιά και απώλεια είναι το ίδιο πράγμα
 
Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009 | Permalink
Το πορτρέτο
Και αν μπορούσαν να μιλήσουν τα πορτρέτα τι θα είχαν να πουν; Κυρίως τα πιό διάσημα που μαζεύουν κόσμο και κοσμάκη μπροστά τους στα διάφορα μουσεία...Ιστορίες που θα είχαν ν’αφηγηθούν! Το γοητευτικό αυτό ερώτημα μπορεί να προκαλέσει την φαντασία ενός ικανού λογοτέχνη και αν έχουμε περιπτώσεις στην τέχνη όπου τα πορτρέτα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή ενός έργου, όπως το περίφημο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη» του Όσκαρ Ουάιλντ ή στην αριστουργηματική ταινία του Ντίτερλε «Το πορτρέτο της Τζένη» (ωραίο βιντεάκι από την ταινία εδώ), στο μυθιστόρημα του πολύ καλού συγγραφέα και δημοσιογράφου (και blogger) Pierre Assouline, «ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ» (Εκδ.Πόλις, μετάφρ. Μ.Γαβαλά, σελ.319), το πορτρέτο της βαρόνης Μπέτυ ντε Ρότσιλντ είναι ο πρωταγωνιστής του «μύθου».

«...Ένα πορτρέτο δεν ανήκει ούτε στον δημιουργό του ούτε στο μοντέλο του ούτε στον χρηματοδότη του ούτε στους κληρονόμους του. Ένα πορτρέτο ανήκει σ’αυτόν που το κοιτάζει. Είναι παραδομένο στην βούληση αυτού που το κοιτάζει. Όποια κι αν είναι αυτή. Τους έχω δει να ανιχνεύουν μια μορφή ικεσίας στο χαμόγελό μου και μια χαϊδευτική παράκληση στο βλέμμα μου· πιστεύουν πως διακρίνουν ένα κάλεσμα να ξεφεύγει από τα χείλη μου, που ικετεύει να ξεχάσουν το όνομά μου, μαζί με καθετί το μυθικό που κουβαλάει, ώστε να μη σκέπτονται παρά την καρδιά μου, ανοιχτή σε όλες τις θλίψεις και τις οδύνες κάτω από την επιφάνεια των μαργαριταριών, του μεταξιού και της δαντέλας με τα οποία είμαι στολισμένη· θα ήταν ικανοί να ερμηνεύσουν μια σκιά κάτω από τη μύτη μου καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια ένοχη πρόθεση του μοντέλου...
Τι δεν έχουν καταλάβει όλοι τους; Απαιτείται περισσότερη ταύτιση με τον καλλιτέχνη και το μοντέλο του. Θα μπορούσαν τότε να καταλάβουν ότι ανάμεσά τους υπάρχει μυστική ταυτοφωνία, είναι απαλλαγμένοι από εξαναγκασμούς και υποχρεώσεις, και οι αισθητικές επιλογές του ενός, συνδυασμένες με την ανεξάρτητη συμπεριφορά της άλλης, δίνουν ένα καλό μάθημα ελευθερίας για κείνον που θα είναι σε θέση να το δει.»


Ο μεγάλος ζωγράφος του 19ου αιώνα Ένγκρ (Ingres), ζωγραφίζει μεταξύ του 1844 και του 1848 το πορτρέτο της βαρόνης Μπέτυ ντε Ρότσιλντ (1801 -1886) .Η Μπέτυ σύζυγος του βαρόνου Τζέιμς ντε Ρότσιλντ, ο οποίος ήταν θείος της (γεννήθηκε Φον Ρότσιλντ και πέθανε Ντε Ρότσιλντ) και ,με τον οποίο την χώριζαν αρκετές δεκαετίες , ήταν μιά σημαντική φιγούρα στην κοινωνική ζωή του Παρισιού τον προπερασμένο αιώνα. Η Εβραϊκή οικογένεια Ρότσιλντ δημιούργησε την τεράστια περιουσία της ουσιαστικά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα υπό τις οδηγίες του Τζέιμς Ρότσιλντ. Η οικονομική αυτοκρατορία που χτίστηκε στην Γαλλία και όχι μόνο επηρέασε την πορεία της χώρας, ενώ η οικογένεια παρ’ότι αντιμετώπιζε την δυσπιστία και τον «ρατσισμό» του κόσμου και θεωρείτο ως νεόπλουτη από την αριστοκρατία που είχε ανακάμψει μετά την περίοδο της επανάστασης (και της «τρομοκρατίας» που ακολούθησε στο τέλος του 18ου αιώνα),κυριάρχησε στην κοινωνική ζωή της Γαλλικής πρωτεύουσας με τους χορούς και τις δεξιώσεις που δίνονταν στο μέγαρό της δυό-τρεις φορές την εβδομάδα.

Ο Ασουλίν μέσω των αναμνήσεων της Μπέτυ ζωντανεύει την κοινωνική ζωή του Παρισιού τον 19ο αιώνα. Το πορτρέτο «θυμάται» αφηγείται την πορεία της οικογένειας προς την οικονομική και κοινωνική δόξα, τις πολιτικές μηχανοραφίες που παίζονταν στους χώρους του μεγάρου-παλατιού-σπιτιού τους ή και στην εξοχική τους «κατοικία». Τους συγγραφείς σαν τον Μπαλζάκ που επιδοτούντο κανονικά από τον Τζέιμς Ρότσιλντ χωρίς όμως εκείνος να παρεμβαίνει στο έργο τους. Τον χλευασμό που εισέπρατταν ως Εβραίοι από την «καλή κοινωνία« της πόλης, αρκετές φορές και μπροστά στα ίδια τους τα μάτια.υποθέτω ότι σε παρόμοιο ύφος και κλίμα κινείται και το αμετάφραστο στη χώρα μας μυθιστόρημα του συγγραφέα «Le dernier des Camondo» (Ο τελευταίος των Καμοντό), που περιγράφει την ιστορία της οικογένειας των Εβραίων Καμοντό, πάμπλουτων συλλεκτών έργων τέχνης που αφανίστηκαν στο Ολοκαύτωμα. Ο Ασουλίν έχει εκδώσει αρκετά βιβλία γύρω από το θέμα των εξαιρετικά πλούσιων Εβραϊκών οικογενειών που γνώρισαν την ακμή τους τον 19ο αιώνα.

Πάνω απ’όλα όμως ο συγγραφέας ακολουθεί την διαδρομή του διάσημου πορτρέτου. Από τις διάφορες οικίες Ρότσιλντ, στην περίοδο της Γερμανικής κατοχής του Παρισιού όταν μεταφέρθηκε σε ένα λατομείο μαζί με άλλα έργα τέχνης δήθεν για να προστατευτεί. Το πορτρέτο διεσώθη στο τσακ από την ανατίναξη (και την καταστροφή) για να επανέλθει στους κόλπους της οικογένειας. Η Μπέτυ τα παρακολουθεί όλα αυτά μέσα από τον πίνακα στον οποίο είναι «εγκλωβισμένη». Σχολιάζει τα τεκταινόμενα, θυμάται τα παλιά, ενώ από την ματιά της δεν διαφεύγει το βιαστικό πέρασμα των τωρινών επισκεπτών των μουσείων που προσπαθούν να δουν όσο περισσότερα αντικείμενα τέχνης μπορούν στο συντομότερο δυνατό χρόνο με αποτέλεσμα να μη βλέπουν ουσιαστικά τίποτα.

Το μυθιστόρημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως τοιχογραφία της ζωής της αριστοκρατίας σε μιά ταραγμένη εποχή για την Γαλλία και την Ευρώπη γενικότερα. Η Βαρόνη έζησε την εποχή της επανάστασης του 1848, την εισβολή των Γερμανών και την Κομούνα του Παρισιού το 1870-71, την ανάπτυξη της αστικής τάξης, την εκβιομηχάνιση της χώρας με τους σιδηροδρόμους που στηρίχτηκαν πάνω στα κεφάλαια της τράπεζας των Ρότσιλντ. Ο Ασουλίν από την μία δείχνει να «γοητεύεται» από την ατμόσφαιρα της εποχής, από την άλλη με εξαιρετικό στυλ και ύφος που φέρνει στον νου μεγάλους στυλίστες του γαλλικού μυθιστορήματος έτσι όπως με πολλή «κομψότητα» αναπαριστά τα ελεγχόμενα πάθη, έχει μιά λεπτή ειρωνία στην αναπαράσταση των δεξιώσεων και των «προβληματισμών» των κυριών της εποχής.

Σε παρασέρνει με την γοητεία του, διαβάζεις σχεδόν υπνωτισμένος τις «περιπέτειες και τις εξομολογήσεις» του πορτρέτου, έχει εξαιρετική γλώσσα, η μετάφραση ρέει και συντελεί στην απόλαυση αλλά κάπου το βαριέσαι, ανυπομονείς να τελειώσει. Δεν είναι στο ύψος του υπέροχου «Lutetia...», είναι όμως ένα διαφορετικό βιβλίο περισσότερο ελεγχόμενο . Σου μένει έντονα στην μνήμη η ιδιόμορφη συνομιλία με αυτόν τον υπέροχο πίνακα του Ingres και με το βλέμμα της Μπέτυ να σε αιχμαλωτίζει έτσι ώστε να μη μπορείς να ξεφύγεις από τη ματιά της...


 
Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009 | Permalink
Η ιστορία του παιδιού με την «χρυσαφένια σκιά»
Με το εξαιρετικό από κάθε άποψη μυθιστόρημα, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ», ξαναβρήκα μετά από χρόνια – από την εποχή της αριστουργηματικής νουβέλας «ΤΟ ΜΕΤΑΞ Ι» - , τον πολύ μεγάλο συγγραφέα Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Τον Ιταλό συγγραφέα τον παρακολουθώ χρόνια – για την ακρίβεια δεν χάνω βιβλίο του. Είναι ένας συγγραφέας πολύ αντιφατικός με αρκετά ωραία μυθιστορήματα / νουβέλες όπως είναι τα «Ωκεανός», «Χίλιαεννιακόσια», «City», αλλά και μερικές μάλλον αποτυχημένες προσπάθειες -κατά την άποψή μου πάντα - όπως η «Ιλιάδα».
Η «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ» (Εκδ. Πατάκη, μετάφρ. Α.Παπασταύρου, σελ.366) είναι ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό και γοητευτικό ταυτόχρονα που παρασέρνει τον αναγνώστη μέσα στο όραμα αυτού του ιδιόμορφου και λίγο σαλεμένου ήρωά του, του Ούλτιμο Πάρι, ενός εκπληκτικού τύπου που έχει ως στόχο ζωής να φτιάξει μιά περίπλοκη πίστα αγώνων αυτοκινήτου ακόμα κι αν αυτή δεν χρησιμοποιηθεί ποτέ!!

Μιλώντας για ένα μυθιστόρημα του Μπαρίκκο πρέπει να αναλογιστούμε τις εξής «σταθερές» που είναι κοινές σε όλα του τα βιβλία.

-Είναι πάντα γραμμένα απλά αλλά τα νοήματα είναι σύνθετα
-Ο συγγραφέας αρέσκεται σε εντυπωσιασμούς, άλλοτε επιτυχημένους που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό (όπως στην περίπτωση της «Ιστορίας...» άλλοτε περισσότερο φαντεζί απ’ότι χρειάζεται.
-Τα γραπτά του βγάζουν μιά γοητεία ισάξια με αυτή του Μουρακάμι αν και δεν μοιάζουν καθόλου και σε τίποτα με αυτά του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα.
-Τα βιβλία του θα μπορούσαν να είναι μουσικές συνθέσεις. Ιδανικός και προτεινόμενος τρόπος ανάγνωσής τους είναι να υπάρχει στο βάθος μιά μουσική τύπου Νάιμαν ή Σακαμότο να παίζει – γιά οσους μπορούν να διαβάζουν με μουσική-,δεν είναι τυχαίο που το πολύ αξιόλογο συγκρότημα AIR «έντυσαν» με την μουσική τους την ανάγνωση του μυθιστορήματος CITY από τον συγγραφέα (ο οποίος είναι και μουσικοκριτικός).
-Η ιστορία παίζει μεγάλο και ουσιαστικό ρόλο στην μυθοπλασία του.
-Το ύφος του από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλάζει σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματά του.

Στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ» παρακολουθούμε την ιστορία του Ούλτιμο Πάρι και του πατέρα του Λίμπερο. Γεννημένος στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Ούλτιμο είναι ένα παράξενο παιδί, χαρισματικό αλλά με μιά ιδιάζουσα εσωστρέφεια, που κάνει όσους τον γνωρίζουν να αναρωτιούνται:
«...-Αυτό το παιδάκι κάτι έχει.
-Ποιός,ο Ούλτιμο;
-Ναι
-Δεν έχει τίποτα.
-Πως,κάτι έχει.
Ο Λίμπερο Πάρι σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, αμήχανος, σαν να τον έπιασαν να κλέβει στα χαρτιά.
-Δεν είναι τίποτα, μόνο που...Να, έχει τη χρυσαφένια σκιά.
-Τι πράγμα;
-Είναι κάτι που το λέμε σε τούτα τα μερη. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν τη χρυσαφένια σκιά, αυτό είναι όλο.
-Και τι θα πει αυτό;
-Δεν ξέρω...είναι αρκετοί, κι ο κόσμος τους αναγνωρίζει. Ο κόσμος συμπαθεί αυτούς που έχουν τη χρυσαφένια σκιά.
Ο κόμης δεν έδειχνε να έχει πειστεί. Ο Λίμπερο Πάρι τόλμησε να δώσει μια εξήγηση.
-Είναι που αυτός έχει ήδη πεθάνει δυο-τρεις φορές...Όταν ήταν μικρός, πάντα τον είχαν για ξεγραμμένο, αυτός όμως πάντα τη γλίτωνε. Ποιός ξέρει, ίσως είναι πράγματα που σε αλλάζουν.»


Ο Λίμπερο Πάρι πουλάει τις πολύτιμες αγελάδες του και φτιάχνει ένα γκαράζ μέσα σε ένα χωράφι, στη μέση του πουθενά κάπου στην Βόρεια Ιταλία. Είναι το έτος 1904 και πριν από ένα χρόνο διεξήχθη το ράλι Παρίσι-Μαδρίτη. Μιά καταστροφική «κούρσα» που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους που είτε παρασύρθηκαν από τα αγωνιστικά οχήματα της εποχής, είτε σκοτώθηκαν οδηγώντας τα και πέφτοντας σε ποτάμια και πάνω σε δέντρα. Οι θάνατοι ήταν τόσοι πολλοί που ο πρωθυπουργός της Γαλλίας αναγκάστηκε να διακόψει το ράλι-μακελλειό που έβγαλε από τα σπίτια τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων «τρελλαμένων» με το νέο σπορ. Ο Λίμπερο δεν βλέπει μπροστά του τίποτε άλλο παρά αυτοκίνητα να διασχίζουν τους επαρχιακούς δρόμους και να σταματάνε στο γκαράζ του. Αλλά αυτοκίνητα δεν υπάρχουν ακόμα. Το σπορ είναι πανάκριβο και τα αυτοκίνητα μπορούν να τα αγοράσουν ελάχιστοι άνθρωποι στην Ιταλία. Ο κόμης Ντ’Αμπρόζιο που τυχαία περνάει από εκεί κοντά και αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια του θεότρελλου Λίμπερο έλκεται από την μούρλα του ιδιοκτήτη, την γοητεία της Γαλλίδας συζύγου του Φλοράνς και τον μαγνητισμό που εκπέμπει ο Ούλτιμο. Αποφασίζει να τους βοηθήσει και παίρνει ως συνοδηγό του στα ράλι τον Λίμπερο γνωρίζοντάς τον με τον κόσμο του αυτοκινήτου και την ήδη ταχέως αναπτυσσόμενη βιομηχανία του. Τον Ούλτιμο όμως μόνο οι δρόμοι τον ενδιαφέρουν. Οι στροφές και τα παρακλάδια τους, Το απέραντο των εκτάσεων και το «ταξίδι». Η ζωή δείχνει να χαμογελά στον τρελλάρα Λίμπερο αλλά ένα γύρισμα της τύχης θα αντιστρέψει την κατάσταση. Σε ένα ράλι θα πέσουνε πάνω σε ένα δέντρο και ο κόμης θα μείνει στον τόπο, ο Λίμπερο θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του ανάπηρος, ενώ η Φλοράνς είναι ήδη έγκυος στο παιδί του κόμη. Η παιδική ηλικία του Ούλτιμο θα διακοπεί απότομα.

Τα χρόνια περνάνε, ο Ούλτιμο είναι φαντάρος στον Α Παγκόσμιο πόλεμο και θα βιώσει την πανωλεθρία (γιά τον Ιταλικό στρατό) του Καπορέτο που θα τον σημαδέψει για πάντα. Στην κυριολεξία τα βλέπει όλα και πάνω στην αναπουμπούλα και τον κατατρεγμό θα σιχαθεί τους ανθρώπους. Ξενιτεύεται στην Αμερική και δουλεύει ως επιδιορθωτής πιάνων και οδηγός για την Steinway & Sohns. Εκεί θα γνωρίσει την Ρωσίδα πρόσφυγα Ελιζαβέτα που βγάζει τα προς το ζήν παραδίδοντας μαθήματα κατ’οίκον σε καράβλαχους Αμερικάνους προσπαθώντας να τους «διαφθείρει» και να τους «καταστρέψει». Ο Ούλτιμο γιά πρώτη φορά στα 25 του χρόνια ερωτεύεται αλλά το μυαλό της Ρωσίδας είναι αλλού...Στην επιβίωση...Άσε που, αυτά που της λέει ο Ούλτιμο της είναι τελείως ακαταλαβίστικα. Δείχνει να ζει γιά ένα πράγμα μόνο...

«Γιατί είσαι πάντα θλιμμένος;τον ρώτησα.
Δεν είμαι θλιμμένος
Είσαι, πως δεν είσαι.
Δεν είναι αυτό, μου είπε. Μου είπε πως, κατά τη γνώμη του, ο κόσμος ζει χρόνια και χρόνια, όμως στην πραγματικότητα μόνο ένα μικρό μέρος εκείνων των χρόνων ζει στ’αλήθεια, δηλαδή τα χρόνια που καταφέρνει να κάνει αυτά για τα οποία γεννήθηκε. Τότε λοιπόν είναι ευτυχισμένος. Ο υπόλοιπος χρόνος είναι χρόνος που περνάει με προσμονή ή με αναμνήσεις. Δεν είναι θλιμμένος ο κόσμος που περιμένει, ούτε αυτός που αναπολεί. Απλώς είναι μακριά.
Εγώ περιμένω, μου είπε.
Τι πράγμα;
Περιμένω να κάνω αυτό για το οποίο γεννήθηκα.
Η ιδέα του είναι ότι γεννήθηκε για να κατασκευάσει μια πίστα. Πες μου κι εσύ.
Θέλει να κατασκευάσει μια πίστα για αγώνες αυτοκινήτων. Με τη λογική ακριβώς ενός δρόμου που να τον διατρέχουν μοναχά αγωνιστικά αυτοκίνητα. Που να μην οδηγεί πουθενά, ίσα ίσα να είναι κλειστός κι εσύ να γυρίζεις αδιάκοπα και να μην τελειώνεις πουθενά. Είναι μια εφεύρεση δική του, που δεν υπάρχει.
Δεν είναι αλήθεια πως δεν τελειώνεις πουθενά, λέει αυτός.
Μου αφηγήθηκε μια ολόκληρη ιστορία, του ίδιου και του πατέρα του, που τριγυρνούν μες στην ομίχλη σε μια πόλη με όλους τους δρόμους αλφαδιασμένους.
Μανία μ’αυτόν τον πατέρα,πια.
Ίσως όμως να αληθεύει αυτό που λέει εκείνος, πως κάθε πορεία είναι κυκλική και πως δεν οδηγεί πουθενά, αλλά μέσα στον εαυτό της, γιατί είναι πάρα πολύ πυκνή η ομίχλη του φόβου μας και παραπλανητικοί οι δρόμοι που δείχνουν να μας πηγαίνουν αλλού.»


Ο Ούλτιμο εξαφανίζεται. Έτσι, ξαφνικά...Η Ελιζαβέτα θα παντρευτεί ένα πάμπλουτο συμπατριώτη της που την περίμενε από την Τσαρική εποχή όταν αυτή ήταν παιδάκι, και θα ζήσει μαζί του στην Ιταλία. Στην ωριμότητά της θα προσπαθήσει να ξαναβρεί τον Ούλτιμο, κάτι μέσα της την τρώει - άσε που συνειδητοποιεί ότι ήταν πραγματικά ερωτευμένη με τον Ιταλό - προσπαθεί λοιπόν να μάθει που χάθηκε ο περίεργος αυτός άνθρωπος. Θα ξοδέψει λεφτά, θα αναζητήσει κι αυτή ένα όραμα, μιά ουτοπία, θα δει μέσα από τα μάτια του Ούλτιμο - η Φλοράνς, γηραιά κυρία πλέον θα της παραδώσει ένα χαρτί που την περίμενε χρόνια με ένα σχέδιο, μία πίστα... Η κατάληξη της ιστορίας δεν μπορεί παρά να φέρει δάκρυα στα μάτια.

Το βιβλίο τέλειο ως κατασκευή, είναι χωρισμένο σε 6 κεφάλαια συν τον πολύ καθοριστικό επίλογο.Το πρώτο (Ουβερτούρα) και το τρίτο κεφάλαιο (Μνημόνιο του Καπορέτο) είναι ουσιαστικά ιστορικές αναδρομές, στο ράλι Παρίσι-Μαδρίτη το πρώτο και στην τραγωδία του Καπορέτο το τρίτο. Το δεύτερο κεφάλαιο εξιστορεί τα παιδικά χρόνια του Ούλτιμο (με τον ίδιο τίτλο) και ουσιαστικά περιγράφει την ιστορία της οικογένειας Πάρι δίνοντας βάση περισσότερο στον πατέρα, τον Λίμπερο. Στο τέταρτο κεφάλαιο με τον τίτλο Ελιζαβέτα, αλλάζει ο αφηγητής και ο ρυθμός του βιβλίου, διότι παρακολουθούμε τις εγγραφές στο ημερολόγιο της Ρωσίδας πριν και μετά τον ερχομό της στην Ιταλία. Το ύφος και ο αφηγητής αλλάζει στο πέμπτο πάλι κεφάλαιο με τίτλο «1947.Σίνινγκτον,Αγγλία.» που ο αφηγητής είναι ο καθυστερημένος αδερφός του Ούλτιμο, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο (1950.Χίλια μίλια) επανερχόμαστε στην τριτοπρόσωπη αφήγηση ενώ ξαναβρίσκουμε την ατμόσφαιρα ενός ράλι γιά να ολοκληρωθεί (;) η ιστορία με τον συγκινητικό επίλογο στον οποίο κεντρική φιγούρα είναι πάλι η Ελιζαβέτα αλλά αυτή τη φορά με τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Η αναζήτηση του οράματος, το κυνηγητό του ονείρου με κάθε μέσον είναι με άλλα λόγια η ιστορία του Ούλτιμο Πάρι, ενός ήρωα που θα μείνει αξέχαστος στον αναγνώστη χωρίς βέβαια να υστερεί κανείς από τους εξαιρετικούς χαρακτήρες που πλάθει η πένα του υπέροχου Μπαρίκκο. Ένα ποιητικότατο μυθιστόρημα που βγαίνει από ένα ασυνήθιστο θέμα, απόδειξη του ότι μπορείς να φτιάξεις μαγεία με τα πιο ετερόκλιτα υλικά, μοντέρνο και ταυτόχρονα παραδοσιακό, συγκινητικό χωρίς να είναι μελοδραματικό, συναρπαστικό χωρίς να συμβαίνει κάτι τρομερό, εν ολίγοις, ένα αληθινό διαμάντι που απολαμβάνεις κάθε γραμμή του.
 
Δευτέρα, Νοέμβριος 02, 2009
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοέμβριος 02, 2009 | Permalink
...από το παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη...
Seré en tu vida lo mejor
De la neblina del ayer
Cuando me llegues a olvidar
Como és mejor el verso aquél
Que no podemos recordar
Vete de mi

Θα είμαι στη ζωή σου η καλύτερη στιγμή
από το παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη
όταν φτάσεις να με λησμονήσεις,
όπως ο καλύτερος στίχος είναι εκείνος
που δεν μπορούμε να θυμηθούμε...
Φύγε μακριά μου...
Ναι...πιά...φύγε μακριά μου


Είναι μεγάλη η γοητεία που εκπέμπει το εξαιρετικό μυθιστόρημα του τόσο(μα τόσο) καλού Κουβάνου συγγραφέα αστυνομικών βιβλίων, Λεονάρδο Παδούρα, με τον ποιητικότατο τίτλο «ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ», (Εκδ.Καστανιώτη, σελ.364,μετάφρ. Κ.Αθανασίου). Τον συγγραφέα τον είχα πρωτοπαρουσιάσει το 2008 με την νουβέλα του «Αντιός Χεμινγουέη», μιά ατμοσφαιρική και ευχάριστη ιστορία, κάτι ανάλογο περίμενα και τώρα αλλά εδώ έχουμε κάτι πολύ καλύτερο που πέραν της έντονα βιβλιοφιλικής ατμόσφαιρας και της ωραίας μυθοπλασίας είναι και ένας φόρος τιμής στα «μπολέρος», αυτό το υπέροχο είδος τραγουδιών, χαρακτηριστικών λατινοαμερικάνικων, γεμάτων θλίψη και έρωτα.

Βρισκόμαστε στην Αβάνα μερικά χρόνια πριν. Ο ήρωας-πρώην αστυνομικός του Παδούρα,ο Μάριο Κόντε (που είναι ο κεντρικός χαρακτήρας στα περισσότερα βιβλία του συγγραφέα) δουλεύει ως «λαγωνικό» παλαιών βιβλίων. Η δουλειά του είναι να βρίσκει παλιές βιβλιοθήκες που οι ιδιοκτήτες τους επηρεασμένοι από την οικονομική κρίση που περνάει η οικονομία της Κούβας ξεπουλάνε όσο-όσο. Η παρόρμηση του να χτυπήσει το κουδούνι του παρηκμασμένου μεγάρου στο Βεδάδο του αποκάλυψε έναν θησαυρό χιλιάδων βιβλίων που ήταν κρυμμένος και ουδέποτε ανακαλυφθείς από τους ανταγωνιστές του. Τα δύο γηραιά αδέλφια, ο Διονίσιο και η Αμάλια, που έμεναν στο σπίτι φαινόταν στα όρια του υποσιτισμού και δεν το πολυσκέφτηκαν όταν ο Κόντε τους ζήτησε να δει την βιβλιοθήκη. Είχαν αποφασίσει να την ξεπουλήσουν διότι δεν είχαν να φάνε παρότι οι οδηγίες του ιδιοκτήτη του σπιτιού πριν από σαράντα χρόνια όταν αναγκάστηκε να διαφύγει στις ΗΠΑ ήταν σαφείς – να μην αγγίξει κανείς την βιβλιοθήκη. Το μέγαρο ανήκε στην οικογένεια των Μόντες δε Όκα και φεύγοντας ο Αλσίδες ο πάμπλουτος χήρος επιχειρηματίας και πατέρας δύο παιδιών άφησε την (σχεδόν αιωνόβια πλέον) μητέρα του γηραιού ζευγαριού,την τότε ιδιαιτέρα γραμματέα και ερωμένη του, που ήταν κατάκοιτη και με άνοια ως διαχειρίστρια και φύλακα της έπαυλης.

Ο Κόντε τρελλαίνεται με τον πλούτο της βιβλιοθήκης. Βιβλία του 19ου αιώνα, πρώτες εκδόσεις ποιητικών συλλογών και μυθιστορημάτων του 20ου αιώνα που κάλυπταν όλο το φάσμα της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας αξίας εκατοντάδων χιλιάδων δολλαρίων. Έχει όμως ένα προαίσθημα ότι κάτι κρύβεται πίσω από τα βιβλία. Αποφασίζει να προχωρήσει σιγά-σιγά και να βγάλει στην αγορά της Πλάσας δε Άρμας (το στέκι των παλαιοβιβλιοπωλών της Αβάνας) λίγα βιβλία στην αρχή. Ένα από τα βιβλία (με παραδοσιακές κρεολέζικες συνταγές) το κρατάει για να το δωρίσει στην μητέρα ενος φίλου του και όταν το ανοίγει από μέσα πέφτει ένα φύλλο χαρτιού από ένα έντυπο του 1960. Σ’αυτό το φύλλο δέσποζε η φωτογραφία μιάς τραγουδίστριας, της Βιολέτας δελ Ρίο που ανήγγειλε την αποχώρησή της από την μουσική σκηνή της χώρας στο ζενίθ της καριέρας της. Ο Κόντε με το που την βλέπει «κολλάει»-νιώθει δε ότι κάτι του θυμίζει αλλά δεν μπορεί να αποσαφηνίσει τι - ρωτάει δεξιά κι αριστερά αλλά κανείς δεν θυμάται ούτε το όνομα, ούτε έχει ξανακούσει γι’αυτήν την τραγουδίστρια. Η εκτυφλωτική της ομορφιά, το γιατί υπήρχε το χαρτί μέσα σε ένα βιβλίο και το αστυνομικό ένστικτο του Κόντε τον προτρέπουν στο να ψάξει να βρει ίχνη της εξαφανισμένης (που ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ) καλλιτέχνιδος. Μέσω των γνωριμιών του βρίσκει κάποιους γέροντες που την γνώριζαν και σιγά-σιγά φτιάχνει το πορτραίτο της.
Η Βιολέτα δελ Ρίο, η αποκαλούμενη και «Κυρία της Νύχτας» εμφανίστηκε ξαφνικά στην καλλιτεχνική σκηνή της Αβάνας, έβγαλε ένα 45άρι δισκάκι και μόλις αυτό έκανε επιτυχία, ανακοίνωσε ότι σταματάει το τραγούδι και εξαφανίστηκε. Μετά από λίγο καιρό βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της. Η υπόθεση έκλεισε ως αυτοκτονία από υπερβολική κατανάλωση βαρβιτουρικών. Γιά τους θαυμαστές της ήταν σοκ διότι παρά το σύντομο της παρουσίας της αυτή η γυναίκα είχε «κάτι».

«...Σου είπα ότι η Βιολέτα ως γκόμενα ήταν πρωταθλήτρια; Τέλος πάντων, ήταν δεκαοχτώ ή δεκαεννιά χρόνων και σ’αυτή την ηλικία μέχρι και η Μητέρα Τερέζα της Καλκούτας είναι καλή. Είχε ένα χρώμα σταρένιο, ηλιοκαμένο,που όμως δεν ήταν χρώμα μουλάτας,με μαλλιά κατάμαυρα,σπαστά, και στόμα μεγάλο, όμορφο,σαρκώδες, με δόντια συμμετρικά και ίσια, αν και κάπως πεταχτά, αλλά πολύ χαριτωμένα. Το καλύτερο όμως ήταν τα μάτια:δυό μάτια μαύρα που σου πάγωναν το αίμα όταν σε κάρφωναν, εξερευνώντας σε από μέσα κι απ’έξω, σαν ακτίνες Χ. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που κάνουν τα σάλια σου να τρέχουν μόνο που τις κοιτάζει...Μου είχανε πει πως το έκανε αυτό κάπου κάπου, τραγουδούσε για να τραγουδήσει, απολάμβανε το τραγούδι, πάντα μπολέρο, πολύ απαλά, και το τραγουδούσε μ’έναν αέρα περιφρόνησης, έτσι, σχεδόν επιθετικά, λες και σου διηγιόταν πράγματα από την ίδια της τη ζωή. Είχε μιά χροιά λίγο βραχνή, μεγάλης γυναίκας που έχει πιεί πολλά ποτά στη ζωή της, και ποτέ δεν ανέβαινε υπερβολικά, σχεδόν τα μιλούσε τα μπολέρο παρά τα τραγουδούσε, κι όταν ξεκινούσε να τραγουδάει ο κόσμος έμενε σιωπηλός, ξεχνούσαν τα ποτά τους, γιατί έμοιαζε με μάγισσα που τους υπνώτιζε όλους, άντρες και γυναίκες, νταβατζήδες και πουτάνες, μεθυσμένους και μαστουρωμένους, γιατί από κείνα τα μπολέρο έβγαζε ένα δράμα και όχι ένα τραγούδι όποιο νά’ναι,σου το είπα ήδη, λες κι ήταν πράγματα από την ίδια τη ζωή της και τα διηγιόταν εκεί, μπροστά σ’όλο τον κόσμο...»

Η σχέση της τραγουδίστριας με έναν πάμπλουτο και ισχυρό παράγοντα της οικονομικής ζωής της κομμουνιστικής Κούβας ήταν γνωστή στους καλλιτεχνικούς κύκλους και εξηγούσε την γρήγορη άνοδό της. Αλλά ο θάνατος της λίγο καιρό αφ’ότου ο εραστής και μαικήνας της είχε διαφύγει στις Η.Π.Α. ,παρέμενε μυστήριο. Ο Κόντε υποπτεύεται δολοφονία και ψάχνοντας περισσότερο μπλέκει σε μιά ιστορία με παράγοντες της αμερικάνικης μαφίας, ιδιοκτήτες καζίνο και την οικογένεια Μόντες δε Όκα και το μυστηριώδες σπίτι του Βεδάδο με την απίστευτη αλλά και με πολλά κρυμένα μυστικά και ντοκουμέντα βιβλιοθήκη. Ο θάνατος του Διονίσιο, ενός από τα δύο αδέλφια-διαχειριστές της βιβλιοθήκης με βίαιο τρόπο περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα μετατρέποντας το μυθιστόρημα σε ένα ξέφρενο θρίλερ με ανατροπές και απρόσμενες εξελίξεις.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο μέρη που έχουν ως τίτλο τα 2 τραγούδια που περιέχονται στο δισκάκι της Βιολέτας δελ Ρίο, «Φύγε μακριά μου» και «Θα με θυμάσαι». Τα τραγούδια έχουν την σημασία τους υποδηλώνουν δε την αλλαγή ρυθμού που ακολουθεί ο Παδούρα μεταξύ των δύο μερών του βιβλίου. Στο πρώτο μέρος η ατμόσφαιρα είναι βιβλιοφιλική με πάμπολλες αναφορές στις πολύτιμες εκδόσεις που βρίσκει ο Κόντε στην βιβλιοθήκη του Μόντες δε Όκα, είναι ατμόσφαιρα νοσταλγική γιά τον κόσμο των μπολέρος και της Αβάνας της δεκαετίας του 50. Στο δεύτερο μέρος όμως η κατάσταση σκληραίνει και ο Κόντε κάνει μιά βουτιά στην Κόλαση. Η αναζήτησή του τον φέρνει σε σημεία της Αβάνας που θυμίζουν τις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο. Άνθρωποι που ζουν σε κατάσταση λιμού και εξευτελισμού, γκάνγκστερς και ναρκωτικά, πουτάνες και λαμόγια που προσπαθούν να επιβιώσουν όπως-όπως, μιά Αβάνα σκοτεινή και γκρίζα.

Είναι μιά ελεγεία της Αβάνας, της παλιάς και της καινούργιας, μιά ελεγεία για τα μπολέρος, τις μοιραίες τραγουδίστριες που παρέσερναν ανθρώπους στην καταστροφή (εξαιρετική η σκηνή που ο Κόντε ανακαλύπτει ότι ο πατέρας του ήταν φανατικός θαυμαστής της Βιολέτας δελ Ρίο (σε σημείο εξευτελισμού), και βρίσκει το δισκάκι κατεστραμμένο από τις πολλές ακροάσεις μέσα στα αντικείμενα που του είχε αφήσει), των ανθρώπων που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στις δύσκολες συνθήκες του ιδιόμορφου Καστρικού καθεστώτος. Η έντονη βιβλιοφιλική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος επιτείνεται από τις συνομιλίες του ήρωα με το φάντασμα του J.D.Sallinger ενώ οι επιστολές που υπάρχουν σκόρπιες στην αφήγηση επιλύοντας ουσιαστικά τον γρίφο δίνουν έναν άλλο τόνο στο μυθιστόρημα και επιτείνουν την αγωνία για την τελική αποκάλυψη.

«...Το μπολέρο δεν είναι ό,τι κι ό,τι, είναι σαφές αυτό:για να το τραγουδήσεις πρέπει να το αφομοιώσεις κι όχι απλώς να το νιώσεις. Το μπολέρο δεν είναι μια πραγματικότητα αλλά η επιθυμία για μια πραγματικότητα,στην οποία φτάνει κανείς μέσω ενός φαίνεσθαι μιας πραγματικότητας,δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε...Αυτή είναι η φιλοσοφία του μπολέρο...Κι εκείνη ήταν η χρυσή εποχή,διότι συναντήθηκαν οι κλασσικοί που συνέθεταν από το 1920 και το 1930, με τα παιδιά του φίλινγκ, που διάβαζαν γαλλική ποίηση και ήξεραν τι πράμα είναι η ατονικότητα.Κι απ’αυτή τη συνάντηση ξεπήδησαν αυτά τα μπολέρο, που ακόμα και σήμερα μοιάζουν να μιλάνε για πράγματα που βγαίνουν απ’τη ζωή...Από την πραγματική ζωή. Ακόμα κι αν όλα ήταν ψέμματα:καθαρό θέατρο...»

Είναι ένα σχεδόν αριστουργηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα με πολλή ποίηση και ρομαντισμό. Ο ήρωας των ιστοριών του Παδούρα, ο βιβλιόφιλος Κόντε θα οδηγηθεί στην αυτογνωσία, στην συνειδητοποίηση του οικογενειακού αλλά και του προσωπικού του παρελθόντος. Ολα αυτά συνδιασμένα με τους στίχους των μπολέρος και την μοναδική ατμόσφαιρα θα ενθουσιάσουν όχι μόνο τους αναγνώστες των ώραίων ιστοριών (παραμυθιών) αλλά και αυτούς (σαν την αφεντιά μου) που η τύχη τους αξίωσε να παρακολουθήσουν μέσα σε καπνούς και στριμωγμένοι ιδρώνοντας αλλά συνεπαρμένοι από την γοητεία αυτών των υπέροχων γυναικών που μεταμορφώνονται κυριολεκτικά με τις θεατρικές τους κινήσεις, τραγουδώντας απελπισμένες ερωτικές ιστορίες σ’αυτό το μαγευτικό νησί.

Θα με θυμάσαι
όπου ακούς το τραγούδι μου,
γιατί στο τέλος τέλος ήμουν εγώ
αυτή που σ’έμαθε τα πάντα...τα πάντα...
Όλα όσα ξέρεις για την αγάπη.


16 Vete de mi by librofilo
 
Τρίτη, Οκτώβριος 27, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Οκτώβριος 27, 2009 | Permalink
Αδιέξοδος Σουίφτ, «Αύριο» δίχως νόημα
Ο Graham Swift είναι ένας από τους καλύτερους Βρετανούς συγγραφείς που εμφανίστηκαν από το 1980 και μετά. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία γι’αυτό. Μυθιστορήματα όπως «Η υδάτινη χώρα» και οι «Τελευταίες εντολές» είναι πραγματικά αριστουργήματα ενώ «ο Καταστηματάρχης» παραμένει ακόμα και μετά από τόσα χρόνια μιά συγκινητική νουβέλα. Όμως το νεοεκδοθέν στην χώρα μας μυθιστόρημα του 2007, με τον υπαινικτικό τίτλο «ΑΥΡΙΟ», (Εκδ.Εστία, μετάφρ. Θ.Σκάσση, σελ.308), παρά το αρχικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει είναι μία μάλλον αδιέξοδη και ανιαρή δημιουργία που δεν οδηγεί πουθενά και κουράζει με την φλυαρία και την επαναληπτικότητά της ακόμα και τον πιό υπομονετικό αναγνώστη.

Βρισκόμαστε στο 1995 και η Πώλα ξαγρυπνάει στο κρεβάτι της. Δίπλα της κοιμάται μακαρίως ο επί εικοσιπενταετία σύζυγός της Μάικ. Ξημερώνει Σάββατο και αύριο ο Μάικ θα αποκαλύψει στα δεκαεξάχρονα δίδυμα τέκνα τους, τον Νικ και την Κέιτ ένα «φοβερό» μυστικό που θα αλλάξει την ζωή τους και ίσως ακόμα και την σύνθεση της έως σήμερα αγαπημένης και δεμένης οικογένειας. Το μυθιστόρημα είναι ένας μονόλογος αυτής της γυναίκας, της Πώλας και μιά διήγηση της γνωριμίας της με τον Μάικ στα swinging sixties της ροκ μουσικής και του ελεύθερου σεξ. Φοιτητές και οι δύο στο Μπράιτον το 1966, θα γνωριστούν, θα ερωτευτούν και θα παντρευτούν. Εκείνη πλέον εργάζεται σε μία γκαλερί ως εκτιμητής έργων τέχνης και ο Μάικ που είναι Βιολόγος εκδίδει μιά εκλαΐκευμένη επιστημονική επιθεώρηση που έχει μεγάλη επιτυχία. Ζουν μιά μεγαλοαστική ζωή, οι δυσκολίες του παρελθόντος έχουν μείνει πίσω, τα δύο τους παιδιά δεν τους έχουν δημιουργήσει μέχρι τώρα προβλήματα.

Το ζευγάρι είχε συμφωνήσει να μιλήσει στα παιδιά του, όταν θα γίνουν 16 χρονών. Μιά ηλικία που θα είναι σχετικά ώριμα να αποφασίσουν για τη συνέχεια της ζωής τους μετά την αποκάλυψη του οικογενειακού μυστικού. Η Πώλα αφηγείται εκτενώς τα περιστατικά της ζωής του ζευγαριού. Το πως γνωρίστηκαν, πως έκαναν σεξ, πως γνωρίστηκαν με τα πεθερικά τους, πως ζούσαν στην αρχή και μετά προχωράει σιγά-σιγά στην αποκάλυψη του μυστικού που το ζευγάρι δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τα τελευταία 16-17 χρόνια το οποίο είναι, πως γεννήθηκαν αυτά τα παιδιά.

Δεν ξέρω αλλά ούτε το μυστικό τελικά είναι τόσο φοβερό. Το καταλαβαίνει κανείς από τις πρώτες σελίδες, ούτε πιστεύω ότι η αποκάλυψη του μπορεί να προκαλέσει τέτοιους κραδασμούς σε μια οικογένεια του 21ου αιώνα. Το ζευγάρι προετοίμαζε την «αποκάλυψη» καιρό και περνάνε την τελευταία μέρα λες και επέρχεται η καταστροφή,τρώνε ένα πολυτελές δείπνο και κάνουν έρωτα με τελετουργικό τρόπο διότι αισθάνονται ότι αύριο «τελειώνουν όλα». Ακούγεται «κάπως»...Το έτος όμως της διήγησης είναι το 1995 και αρκετά πράγματα όσο περίεργο και αν φαίνεται προκαλούσαν εντύπωση τότε αλλά και πάλι ως σημείο καμπής της πλοκής του μυθιστορήματος είναι εξαιρετικά αδύναμο και προβλέψιμο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική γωνία που υιοθετεί ο Σουίφτ μιλώντας με την φωνή μιάς πενηντάρας γυναίκας της αστικής τάξης. Μορφωμένης και ικανότατης επαγγελματικά αλλά που παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανασφαλής και εύθραυστη. Η Πώλα έχει πολλή αγάπη μέσα της και την δίνει στα παιδιά της και στον άντρα της τόσο γενναιόδωρα που κάνει εντύπωση στον αναγνώστη ο (ουσιαστικά παράλογος και αδικαιολόγητος από την εξιστόρηση), φόβος της μπροστά στο αύριο. Ίσως έτσι (θα έπρεπε να) αισθάνεται μιά μητέρα, αλλά δεν χρειάζονται 300 και σελίδες γιά να το περιγράψεις αυτό, ως εκ τούτου προσωπικά αποδίδω μεγαλύτερη αξία στην περιγραφή των ημερών του Μπράιτον και στις εξαιρετικές σελίδες που ο συγγραφέας περιγράφει το δέσιμο του ζευγαριού και τις διαφορετικές οικογενειακές καταστάσεις που έχουν βιώσει μοναχοπαίδια και οι δύο, στις σκηνές με τον γάτο Ότις (από τον Ότις Ρέντιγκ που με τα τραγούδια του άκμασε ο έρωτάς τους) παρά στο δήθεν μυστικό που θα αποκαλυφθεί την αυριανή ημέρα για την οποία δεν μαθαίνουμε ποτέ αφού ο Σουίφτ (μάλλον σοφά ποιών) κλείνει την αφήγηση με το που έρχεται το ξημέρωμα.

Μπορεί κάποιοι (μάλλον κάποιες) να το βρουν ενδιαφέρον, προσωπικά θεωρώ ότι η οικογένεια είναι ζήτημα «χτισίματος» και αγάπης και όχι DNA ή γονιδίων σε όποια εποχή κι αν αναφέρεσαι και πέραν από μοντερνιτέ, βαθυστόχαστες αναλύσεις και ανούσια κατασκευάσματα.

13 - otis-redding - a-change-is-gonna-come by librofilo