Πέμπτη, Ιούλιος 09, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιούλιος 09, 2009 | Permalink
"...la via e lunga e 'l cammino e malvagio..."
Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί μου άρεσε ένα βιβλίο που το καταλαβαίνω από την αρχή ότι δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, ότι είναι γεμάτο κλισέ καταστάσεις, κοινότοπες και καθημερινές. Πιστεύω ότι έχει συμβεί σε όλους μας αυτό . Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι η ιστορία που «απλώνει» ο συγγραφέας μπροστά σου, σου φέρνει στο μυαλό οικείες καταστάσεις, πράγματα που έχεις ζήσει ή πράγματα που θα ήθελες να ζήσεις.

Με το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Antonio Soler, « Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΛΕΖΩΝ »,(El camino de los Ingleses), (Εκδ.Κέδρος, μετάφρ. Ν.Καλοτεράκης, σελ.429), δεν συνέβη κάτι τέτοιο αν και η εποχή που διαδραματίζεται (τέλος της δεκαετίας του 70) είναι και η δικιά μου εποχή της «αθωότητας». Μάλλον είναι η ευαισθησία και η ποίηση που αποπνέει αυτό το βιβλίο, μαζί με την κινηματογραφική του ματιά που τραβάει τον αναγνώστη και τον κάνει τελικά να αγαπήσει τους ήρωες και να συμπάσχει με τα μικρά ή μεγάλα δράματα της ζωής τους.

Βρισκόμαστε στην Μάλαγα μιά συνηθισμένη επαρχιακή πόλη της Ισπανίας στον νότο. Είναι καλοκαίρι και οι νεαροί ήρωες του βιβλίου έχουν τελειώσει το σχολείο. Κάποιοι από αυτούς ετοιμάζονται γιά το πανεπιστήμιο, κάποιοι αλητεύουν χωρίς σκοπό ανεβοκατεβαίνοντας τον κεντρικό δρόμο της συνοικίας τους, τον "δρόμο των Εγγλέζων". Το χρονικό πλαίσιο είναι τα τέλη της ταραγμένης (γιά την Ισπανία και όχι μόνο) δεκαετίας του 70, όταν η χώρα προσπαθεί να βγει από την σαραντάχρονη δικτατορία του Φράνκο και εκδημοκρατίζεται ερχόμενη πιό κοντά στην Ευρώπη μετά την απομόνωσή της. Ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι ο Μιγκελίτο Ντάβιλα που στην αρχή της ιστορίας βγαίνει από το νοσοκομείο μετά από μιά εγχείρηση που του βγάλανε το ένα του νεφρό αλλά η διαμονή του εκεί μέσα τού «έδειξε» τον προορισμό του στη ζωή, να γίνει ποιητής. Στο διπλανό του κρεβάτι ήταν κάποιος που διάβαζε την ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ του Δάντη. Ο Μιγκελίτο τον παρατηρούσε και όταν ο άτυχος συγκάτοικός του πέθανε ζήτησε να του αφήσουν το βιβλίο. Από τις πρώτες σελίδες της δίγλωσσης έκδοσης κατάλαβε ότι «δραπέτευε από την καθημερινότητα», από την «μίζερη ζωή του νοσοκομείου», και πήρε την απόφαση του..
«Θα γίνω ποιητής» είπε στους φίλους του...
«Κι αν γίνεις ποιητής νομίζεις ότι θα γαμάς περισσότερο;» του απαντούν εκείνοι, αλλά αυτός αρχίζει να κυκλοφορεί με το βιβλίο στην μασχάλη και να απαγγέλει κομμάτια από το «ιερό βιβλίο».

Είναι μιά συνηθισμένη εφηβική παρέα. Με τις τρέλλες τους, την μανία γιά γυναίκες, γιά τσαμπουκάδες, γιά παρατσούκλια. Ερωτικές ιστορίες χωρίς αύριο, μπανιστήρια, μπάνια στην πισίνα της περιοχής, σεξ με την «Χοντρή από την Κάλα», που τους «βολεύει» όλους χωρίς αντάλλαγμα, βόλτες και οικογενειακά προβλήματα να ταλανίζουν τους ήρωες της ιστορίας. Η μητέρα του «Μπαμπιρούσα» που παντρεύεται στην Αγγλία με έναν μαύρο και όταν εκείνος πηγαίνει καλεσμένος στον γάμο τους, ανακαλύπτει ότι το ζευγάρι δουλεύει σε ένα peep show, κάνοντας ζωντανό σεξ επί σκηνής. Ο πατέρας του Πάκο Φροντόν, που είναι ο γκάνγκστερ της περιοχής και τριγυρνάει με μιά προπολεμική Dodge γεμάτη γυναίκες και μπαινοβγαίνει στην φυλακή. Ο Αβελίνο Μορατάγια που αυνανίζεται συνεχώς και σε κάθε ευκαιρία. Και οι κοπέλες της παρέας, η μοιραία Λούλι η Γιγάντια που θέλει να γίνει μπαλαρίνα και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του πόθου γιά όλους, η φίλη της η Κορμάρα που τα φτιάχνει με τον Πάκο, και η σεξουαλική (μέσα στην απάθεια της) Δεσποινίς «Περικεφαλαία της Καρχηδόνος».
Η ερωτική ιστορία του Μιγκελίτο με την πανέμορφη Λούλι κυριαρχεί στο μυθιστόρημα. Ένας έρωτας παράφορος που θα βρει εμπόδια στην ισχυρή επιθυμία της Λούλι για να πάει στη σχολή χορού που διαβλέπει ο πονηρός Ρουμπιρόσα στην προσπάθειά του να την κατακτήσει και στην «ποιητική» φύση του Μιγκελίτο που «τρελλαίνεται» όταν αντιλαμβάνεται την Δεσποινίδα «Περικεφαλαία...» να του απαγγέλει Δάντη. Το τέλος θα είναι μοιραίο γιά τον έτσι κι αλλιώς πολύ άρρωστο Μιγκελίτο που δεν του έμελλε να γίνει ποιητής, και μαζί με το τέλος του θα έρθει και το τέλος μιάς εποχής αφού η παρέα θα σκορπίσει στους πέντε ανέμους.

«Στο κέντρο της ζωής μας υπήρξε εκείνο το καλοκαίρι. Ένας ποιητής που δεν έγραψε ποτέ κανένα στίχο, μιά πισίνα που απ’το βατήρα της πηδούσε ένας νάνος με βελούδινα μάτια κι ένας άντρας που μια νύχτα τον σήκωσαν και τον πήραν μακριά τα σύννεφα. Οι μέρες σωριάστηκαν πάνω μας σαν κουρασμένα δέντρα.
Αυτή είναι η ιστορία του Μιγκέλ Ντάβιλα και του δεξιού νεφρού του. Είναι επίσης η ιστορία πολλών άλλων, όπως της Δεσποινίδος Περικεφαλαία της Καρχηδόνος, του Αμαντέο Νούνι του Μπαμπιρούσα και του Πάκο Φροντόν, κι εκείνου του αμαξιού που είχε χρώμα φράουλας με σαντιγί, με το οποίο σουλατσάριζε ο τελευταίος όταν ο πατέρας του βρισκόταν στη φυλακή. Και τέλος, είναι η δική μου ιστορία. Καθώς θυμάμαι εκείνα τα χρόνια, μέσα μου ζωντανεύει ένα κομμάτι του εαυτού μου. Όπως ένας γέρος ζωγράφος που, ζωγραφίζοντας τα ποτάμια, τα φύλλα των δέντρων και τα γαλάζια βουνά που έχει μπροστά του, σχεδιάζει το περίγραμμα των ματιών του, τις χαρακιές και τις ρυτίδες που ο χρόνος έχει σκάψει στο δέρμα του προσώπου του. Με άλλα λόγια, την αυτοπροσωπογραφία του.»


Προβλέψιμο και συνηθισμένο το μυθιστόρημα του Σολέρ αλλά με μιά ποιητική δυναμική στην (πολύ χαλαρή και κινηματογραφική) αφήγηση. Η παγκόσμια λογοτεχνία και ο παγκόσμιος κινηματογράφος είναι γεμάτα από πανομοιότυπες ιστορίες εφηβικών καλοκαιριών, πρώτων ερώτων, παρεϊστικων χαβαλέδων και ατελείωτων περιπλανήσεων στις εξοχές. Από την δικιά μας αξεπέραστη ΕΡΟΪΚΑ μέχρι τους έφηβους των σκηνοθετών του Χόλιγουντ δεν έχουν αλλάξει πολλά και μοιάζουν όλα να έχουν ειπωθεί. Ο τρόπος όμως της αφήγησης κερδίζει το στοίχημα γιά τον συγγραφέα.

Το βιβλίο δείχνει να είναι αυτοβιογραφικό αφού ο Σολέρ γεννήθηκε στην Μάλαγα το 1956, θα μπορούσε λοιπόν να είναι μιά αφήγηση των εφηβικών του χρόνων. Ο συγγραφέας έχει μεγάλες ικανότητες, οι δε τελευταίες 50 σελίδες του βιβλίου, όταν η δράση κορυφώνεται είναι εκπληκτικές και οι σκηνές βίας που διαδέχονται τις σκηνές έρωτα είναι πολύ δυνατές και παρασέρνουν τον αναγνώστη. Ο συμπατριώτης (και κοντοχωριανός) του συγγραφέα, ο διάσημος ηθοποιός Αντόνιο Μπαντέρας, λειτουργώντας ως σκηνοθέτης αυτή τη φορά,γύρισε το βιβλίο ταινία το 2006, ενώ το μυθιστόρημα απέσπασε το βραβείο Ναδάλ το 2004 σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στην χώρα του.

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μη θίξω το θέμα της απόδοσης των στίχων του Δάντη που υπάρχουν διάσπαρτοι στο μυθιστόρημα βγαίνοντας αυθόρμητα από το στόμα του Μιγκελίτο. Το να χρησιμοποιείται στον 21ο αιώνα, η μετάφραση του Ν.Καζαντζάκη είναι αδιανόητο από την στιγμή που υπάρχουν καλύτερες και ακριβέστερες στο νόημα του συγγραφέα αποδόσεις. Όποιος διάβασε την ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ σε απόδοση Καζαντζάκη και έχει καταλάβει τίποτα παρακαλώ να σηκώσει το χέρι. Οι στίχοι «Ω άμυαλη Αράχνη, πως σε κοιτούν κιόλας ζούδι η μισή να κλαις μες στα ξεσκλίδια του πέπλου σου που για ζημιά σου υφάθη» απλά, δεν βγάζουν νόημα γραμμένοι σε μιά γλώσσα που δεν μιλιέται (και δεν ξέρω αν μιλήθηκε ποτέ).
 
Πέμπτη, Ιούλιος 02, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιούλιος 02, 2009 | Permalink
Όλες οι χάρες του ουρανού
Εντυπωσιακό ντεμπούτο στην παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή πριν από δύο χρόνια, πραγματοποίησε ο Αιθίοπας συγγραφέας Dinaw Mengestu με το πολύ καλό μυθιστόρημά του «ΟΛΕΣ ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ» (The beautiful things that heaven bears), (Εκδ. ΠΟΛΙΣ, μετάφρ. Χ.Παπαδημητρίου, σελ.295). Ο συγγραφέας (γενημμένος το 1978), που διαμένει στην Αμερική από τα 2 του χρόνια όταν η οικογένεια του αναγκάστηκε να διαφύγει από την Αιθιοπία λόγω της τρομοκρατίας που είχε ασκήσει το καθεστώς Μεγκίστου στους αντιφρονούντες έγραψε ένα τρυφερό και χαμηλότονο βιβλίο γιά έναν νέο άνθρωπο, έναν μετανάστη στην «χώρα της επαγγελίας» που προσπαθεί να επιβιώσει αξιοπρεπώς. Ένα μυθιστόρημα γιά τον «ξένο» της διπλανής πόρτας που όλοι συναντάμε τελευταία και που πολλές φορές κάνουμε ότι δεν τον βλέπουμε.

Ο Σέφα Στέφανος είναι ένας Αιθίοπας μετανάστης που έχει ένα μαγαζάκι (κάτι σαν μίνι-μάρκετ) σε μιά υποβαθμισμένη συνοικία της Ουάσινγκτον που αρχίζει τελευταία να αναβαθμίζεται με την εισβολή λευκών αστών. Ο Στέφανος με δυσκολία διατηρεί το μαγαζάκι του που δεν πηγαίνει καθόλου καλά, είτε από έλλειψη πελατείας, είτε από δικιά του οικονομική αδυναμία να έχει ελκυστικά προϊόντα γιά τους πελάτες του. Η μοναδική του συντροφιά είναι δύο φίλοι του Αφρικανοί που γνώρισε όταν και οι τρεις τους δούλευαν σε ένα ξενοδοχείο. Ο Τζόζεφ από το Κονγκό και ο Κένεθ από την Κένυα έχουν τραβήξει πλέον διαφορετικούς δρόμους. Ο Κένεθ είναι μηχανικός δουλεύει σε μιά εταιρία, έχει αγοράσει αυτοκίνητο, το μέλλον δείχνει φωτεινό γι’αυτόν. Αντίθετα ο Τζόζεφ που διαβάζει κάθε απόγευμα στην βιβλιοθήκη, παραμένει γκαρσόνι σε ένα μοδάτο ρεστωράν ανεχόμενος τις παραξενιές των πλούσιων πελατών. Οι τρεις τους βρίσκονται απαραίτητα μία φορά την εβδομάδα και πίνουν το ουισκάκι τους στο μαγαζί του Στέφανος προσπαθώντας να κρατήσουν ζωντανές τις αφρικάνικες μνήμες τους, είτε μιλώντας γιά τις χώρες από τις οποίες προήλθαν, είτε παίζοντας ένα δικό τους παιχνίδι προσπαθώντας να θυμηθούν ονόματα αφρικανών δικτατόρων.

Ο Στέφανος ζει μιά πολύ μοναχική και φτωχική ζωή. Στην πραγματικότητα ζει με τις αναμνήσεις της πατρικής γης, από την οποία αναγκάστηκε να μεταναστεύσει γιά να γλυτώσει τη ζωή του, όταν συνέλαβαν ένα βράδυ τον πατέρα του – και κατόπιν τον εκτέλεσαν – και χτύπησαν άσχημα την μητέρα του. Αυτός και ο αδερφός του κρύφτηκαν και μετά από λίγο καιρό, η μητέρα του μπόρεσε να τον φυγαδεύσει στην Αμερική σε ένα θείο του, πρόσφυγα κι’αυτόν. Ο Στέφανος νιώθει να ζει στην Ουάσινγκτον αλλά νοητικά ακόμα ζει στην Αντίς Αμπέμπα – εκεί θεωρεί ότι βρίσκεται το σπίτι του, τίποτα δεν τον συγκινεί, τίποτα δεν τον κρατάει στις Η.Π.Α.

«...Μόνος πίσω από τον πάγκο, συνειδητοποιούσα ξαφνικά με τρόμο και φρίκη ότι όλα όσα είχα αγαπήσει στη ζωή μου ή είχαν χαθεί γιά πάντα ή συνέχιζαν τη ζωή τους χωρίς εμένα, εντεκάμιση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Ένιωθα επίσης ότι αυτό που είχα εδώ δεν ήταν ζωή, αλλά ένα αξιολύπητο υποκατάστατο που το αποτελούσαν ένας θείος, δύο φίλοι, ένα καταθλιπτικό μαγαζί κι ένα φτηνό διαμέρισμα.
Ο θείος μου ο Μπερχάν με ρώτησε κάποτε γιατί επέλεξα να ανοίξω μίνι μάρκετ σε μια φτωχογειτονιά μαύρων, παρότι τίποτα στη ζωή μου δεν με είχε προετοιμάσει για κάτι τέτοιο. Απέφυγα να του απαντήσω ότι το έκανα επειδή το μοναδικό πράγμα που ήθελα πιά από τη ζωή ήταν να διαβάζω με την ησυχία μου για όσο περισσότερες ώρες της ημέρας μπορούσα. Άφησα το θείο μου και το λιτό δυαράκι του στα προάστεια για να μετακομίσω στην πλατεία Λόγκαν, μια απόφαση που δεν την έχω κατανοήσει ακόμα, ούτε μ’έχει συγχωρήσει γι’αυτήν, παρά τα όσα λέει. Είχε πολύ μεγάλες φιλοδοξίες για μένα, όταν πρωτόφτασα εδώ από την Αιθιοπία. «Περίμενε και θα δεις», μου έλεγε με την απαλή, πειστική φωνή του. «Θα γίνεις μηχανικός ή γιατρός.Μακάρι να ζούσε ο πατέρας σου για να σε δει». Μερικές φορές βούρκωνε μιλώντας για το μέλλον, που πίστευε ότι θα έφερνε μόνο καλύτερα και πιο όμορφα πράγματα. Εδώ, στην πλατεία Λόγκαν, όμως, δεν ένιωθα υποχρεωμένος να γίνω τίποτα σπουδαιότερο απ’αυτό που ήμουν ήδη. Ήμουν φτωχός και μαύρος, και η συνακόλουθη ανωνυμία ήταν μια ασπίδα που με προστάτευε από τις φιλοδοξίες κάθε νέου μετανάστη, τις οποίες άλλωστε είχα εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό – αν υποθέσουμε ότι είχα ποτέ τέτοιες. Στην πραγματικότητα δεν είχα έρθει στην Αμερική για μια καλύτερη ζωή. Είχα έρθει τρέχοντας κι ουρλιάζοντας, με τα φαντάσματα της παλιάς μου ζωής γαντζωμένα στην πλάτη μου. Ο σκοπός μου έκτοτε ήταν απλός: να περνώ απαρατήρητος, να μην κάνω άλλο κακό.»


Η ζωή του Στέφανος αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον όταν μιά διανοούμενη καθηγήτρια πανεπιστημίου φτιάχνει το απέναντι του οίκημα, μετατρέποντάς το σε μιά υπέροχη τετραώροφη έπαυλη που εντυπωσίαζε με το στυλ της. Η Τζούντιθ μιά καλοβαλμένη ψιλόλιγνη λευκή είχε ένα κοριτσάκι την Ναόμι, εντεκάχρονο, που το χρώμα του έφερνε περισσότερο προς το μαύρο, καρπός μιάς σχέσης της Τζούντιθ με έναν Μαυριτανό επισκέπτη- καθηγητή στο πανεπιστήμιο που εκείνη δίδασκε. Μεταξύ της μικρής και του Στέφανος αναπτύσσεται μιά ιδιόμορφη φιλική σχέση, όπου το κοριτσάκι περνάει ατελείωτες ώρες στο μαγαζάκι του μετανάστη και όπου διαβάζουνε μαζί το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι «Αδερφοί Καραμάζοφ». Η μικρή χρησιμεύει στον Στέφανος και ώς «όχημα» προσέγγισης της (μάλλον άπιαστης) μητέρας της με την οποία αναπτύσσεται ένα διακριτικό φλερτ.

Η αδυναμία του Στέφανος να πληρώνει τα ενοίκια και η εντολή έξωσης που του παραδίδεται στο μαγαζί έρχεται σχεδόν ταυτόχρονα με την επίθεση στο σπίτι της Τζούντιθ από τους έγχρωμους κατοίκους της συνοικίας που δυστροπούν στην έλευση των εύπορων αστών και προσπαθούν να κρατήσουν την περιοχή όπως ήταν. Ο Στέφανος βιώνει μιά άλλη πλευρά της Αμερικής, το να αισθάνεσαι ξένος μέσα στην ίδια σου την χώρα.

Ο Στέφανος έχει έρθει στην Αμερική από ανάγκη και όχι γιά να υλοποιήσει κάποιο όνειρο ή να πλουτίσει. Νιώθει «ξένος», νιώθει απομονωμένος. Πηγαίνει σε γάμους ή εκδηλώσεις συγγενών ντυμένος με επίσημες ενδυμασίες της πατρίδας του, αρνούμενος να ενσωματωθεί στην Αμερικάνικη κοινωνία. Όταν αποφασίζει να πλησιάσει (έστω με το δικό του στυλ) την Τζούντιθ, μιά πολύ σοφιστικέ Αμερικάνα, που δείχνει ότι έλκεται από εκείνον, δεν ξέρει τον τρόπο. Φοβάται τόσο πολύ να ανοιχτεί ή να κάνει κάποια κίνηση που το παιχνίδι είναι χαμένο εκ των προτέρων. Με το μόνο άτομο που έχει μιά ειλικρινή και ουσιαστική σχέση είναι με το μικρό κορίτσι, ένα πανέξυπνο και ικανότατο πλάσμα με την οποία κάνουν μαζί (κι ας τους χωρίζουν είκοσι χρόνια) τα πρώτα βήματα στην κοινωνία.

Η σχέση με τον πατέρα και η σύλληψη του μπροστά στα μάτια του φοβισμένου Στέφανος, είναι καθοριστική και κυριαρχεί στο βιβλίο. Η ήρεμη ματιά του πατέρα την ώρα που τον χτυπάνε με τον υποκόπανο του όπλου, την ώρα που τον εξευτελίζουν στοιχειώνει τον Στέφανος και τον ακολουθεί νύχτα-μέρα.

Ο πρωταγωνιστής με τους φίλους του παίζουν το παιχνίδι της μνήμης. Προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανές τις αναμνήσεις, προσπαθούν να βρουν τον προσανατολισμό τους. Γιά τον Κένεθ είναι εύκολο, βρήκε μιά καλή δουλειά, θα προοδεύσει. Γιά τους άλλους δύο και κυρίως τον Στέφανος, το κύριο ερώτημα είναι «μετά από εδώ, τι;». Η μελαγχολική γραφή του Μενγκέστου εντυπωσιάζει με την ωριμότητά της – μόνο αν στο πούνε καταλαβαίνεις ότι διαβάζεις το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα – θυμίζοντας Μπέλοου και Μάλαμουντ, ακόμα δε και Καμύ. Ένα εξαιρετικό και «αγαπησιάρικο» μυθιστόρημα-έκπληξη που σε κερδίζει από τις πρώτες σελίδες.

«...Ξόδεψε όλες του τις οικονομίες για να παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια στον Αμερικανικό θρησκευτικό πλουραλισμό, το Συμβολισμό στην Θεία Κωμωδία του Δάντη και τις Φυλετικές σχέσεις στη μετα-αποικιακή Αφρική του 20ου αιώνα. Από τότε έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια, αλλά αυτό είναι ασήμαντη λεπτομέρεια για τον Τζόζεφ, ο οποίος συνεχίζει να μελετάει τις σημειώσεις του και να υπογραμμίζει στίχους της Κόλασης.

Από ένα στρογγυλό φεγγίτη βλέπω,
Τις χάρες όλες του ουρανού, κι απ’όπου
Εβγήκαμε, να ξαναδούμε τ’άστρα


Όταν μεθάει, επιμένει ότι πρόκειται για τους ωραιότερους στίχους που γράφτηκαν ποτέ. «Γιά σκέψου» λέει. «Ο Δάντης βγαίνει τελικά από την κόλαση, και βλέπει αυτό: «Όλες τις χάρες του ουρανού». Είναι τέλειοι, σου λέω. Τέλειοι από κάθε άποψη. Είπα στον καθηγητή μου ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αυτούς τους στίχους καλύτερα από έναν Αφρικανό, επειδή έτσι είναι η ζωή μας. Μια καθημερινή κόλαση με φευγαλέες εικόνες του ουρανού στο ενδιάμεσο».»
 
Παρασκευή, Ιούνιος 26, 2009
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιούνιος 26, 2009 | Permalink
Μαύρος κύκνος
«Τα παιδιά που οι άλλοι τούς κάνουν τη ζωή δύσκολη φέρονται λες και είναι αόρατα για να ελαττώσουν τις πιθανότητες να γίνει η ζωή τους δύσκολη. Οι βραδύγλωσσοι επίσης φέρονται λες και είναι αόρατοι για να ελαττώσουν τις πιθανότητες να αναγκαστούν να πουν κάτι που δεν μπορούν. Τα παιδιά που οι γονείς τους τσακώνονται φέρονται λες και είναι αόρατα μην τυχόν και προξενήσουν καμιά καινούργια αψιμαχία. Τζέισον Τέυλορ – Το Τριπλά Αόρατο Παιδί.»

Ο Τζέισον Τέυλορ είναι 13 χρονών και ζει στο Μπλακ Σουάν Γκρην, ένα χωριό αδιάφορο και απρόσωπο που τελευταία αρχίζει να οικοδομείται λίγο περισσότερο με την έλευση κάποιων αστικών οικογενειών. Βρισκόμαστε στην Αγγλία του 1982, την Αγγλία της Θάτσερ και της οξείας οικονομικής κρίσης. Ο Τζέισον είναι ένα ευαίσθητο παιδί, που προσπαθεί να γίνει αποδεκτός από τις τοπικές συμμορίες. Είναι βραδύγλωσσος και κάνει λογοθεραπεία ενώ γράφει ποιήματα (εν κρυπτώ) με το λογοτεχνικότατο ψευδώνυμο Έλιοτ Μπολιβάρ.

Αυτός είναι ο ήρωας του εξαιρετικού μυθιστορήματος, « ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ» ,(Εκδ.Ελληνικά Γράμματα, μετάφρ.Μαργ.Ζαχαριάδου, σελ.591), του υπέροχου Βρετανού συγγραφέα David Mitchell – που ο δικός του ΑΤΛΑΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ με είχε εντυπωσιάσει τόσο, όσο κανένα άλλο βιβλίο που διάβασα την προηγούμενη χρονιά. Σ’αυτό το μυθιστόρημα ο Μίτσελ παρουσιάζεται διαφορετικός. Χρησιμοποιώντας (σίγουρα) πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία μας παρουσιάζει τα άγουρα χρόνια ενός έξυπνου παιδιού στο στάδιο μεταξύ της παιδικής του ηλικίας και της εφηβείας που προσπαθεί να διαμορφώσει την προσωπικότητά του ζώντας σε μιά δυσλειτουργική μοντέρνα οικογένεια, όπου ο πατέρας κατέχοντας μιά μεγάλη θέση σε μιά αλυσίδα σούπερμάρκετ λείπει συνεχώς, όπου η μάνα ασφυκτιά και προσπαθεί να ανεξαρτοποιηθεί, όπου η μεγαλύτερη αδελφή του τον περιφρονεί. Η τοπική κοινωνία κλειστή, ψιλοαγροτική βλέπει την οικογένεια του Τζέισον ως εισβολείς ενώ το τοπικό σχολείο είναι γεμάτο από τσαμπουκάδες και άκρατο χουλιγκανισμό.

Ο Τζέισον προσπαθεί να αντιμετωπίσει το τεράστιο πρόβλημα της βραδυγλωσσίας του εφευρίσκοντας διάφορους τρόπους παράκαμψης των «δύσκολων λέξεων» αλλά δυστυχώς γίνεται αντιληπτός. Αποτέλεσμα αυτού, να τον κοροϊδεύουν όλοι και εκείνος να επιλέγει την σιωπή. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του. Γράφει ποιήματα που στέλνει με ψευδώνυμο στο περιοδικό της ενορίας αλλά γι’αυτά δεν μιλάει σε κανέναν. Στον ελεύθερο χρόνο του τριγυρίζει στα δάση της περιοχής, στην λίμνη όπου παρά την ονομασία του τόπου (Black Swan Green-Μαύρος Κύκνος), κύκνοι δεν υπάρχουν. Αλλά όμως τα δάση, οι εκτάσεις, η εξοχή λειτουργούν στην φαντασία του σαν μέρη μυθικά και σαν να τον μεταφέρουν σε μιά άλλη διάσταση.

Μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον παρακμής, όπου η Θάτσερ γιά να αντιμετωπίσει τα συνδικάτα, τις απεργίες, την τεράστια οικονομική κρίση εφευρίσκει μιά ηλίθια δικαιολογία (που κανείς πλέον δεν θυμάται) γιά να ξεκινήσει ένα πόλεμο με την Αργεντινή χιλιάδες μίλια μακριά από την Αγγλία. Ο πόλεμος των Φώκλαντς/Μαλβίνες ξεσηκώνει τα εθνικιστικά ένστικτα του κόσμου, τον κάνει να ξεχνάει την σκληρή πραγματικότητα, τα παιδιά του χωριού τον βλέπουν σαν παιχνίδι, ώσπου βλέπουν το φέρετρο με το πτώμα ενός από τους νεαρούς γόητες του χωριού να γυρίζει στην πατρίδα και συνειδητοποιούν την τραγωδία. Κάποια πράγματα που θεωρούντο δεδομένα γιά την Αυτοκρατορία ξαφνικά δείχνουν μετέωρα.

Ο Μίτσελ δομεί το βιβλίο σαν ένα είδος ημερολογίου. 13 τα χρόνια του Τζέισον, 13 οι μήνες της αφήγησης, 13 τα κεφάλαια του μυθιστορήματος που θα μπορούσε να είναι και μιά πολύ ωραία συλλογή διηγημάτων, αφού διατηρούν την αυτονομία τους. Τα τραγούδια παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στην αφήγηση, ένα είδος εξαίσιου σάουντρακ της εποχής. Μυστικά και ψίθυροι, εξομολογήσεις και εφηβικοί προβληματισμοί, ενώ τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα είναι διαρκώς παρόντα.

«Τα μυστικά δεν σε επηρεάζουν περισσότερο από όσο νομίζεις. Λες ψέμματα για να τα κρατήσεις κρυφά. Οδηγείς την κουβέντα αλλού. Ανησυχείς πως κάποιος θα ανακαλύψει το δικό σου μυστικό και θα το κάνει βούκινο. Νομίζεις πως εσύ ελέγχεις το μυστικό – αλλά μήπως τελικά το μυστικό χρησιμοποιεί εσένα; Μήπως οι τρελλοί διαμορφώνουν τους γιατρούς τους πολύ περισσότερο απ’όσο διαμορφώνουν οι γιατροί τους τρελλούς τους;»

Το μεγάλο προσόν όμως του βιβλίου και εκεί που φαίνεται η τεράστια μαεστρία του συγγραφέα είναι η αναπαράσταση του κόσμου του 13άχρονου σαν να το γράφει ο ίδιος.Διαβάζουμε τις πραγματικές προτεραιότητες του έφηβου, το να περνάς όσο γίνεται απαρατήρητος, να μη σε δούνε με τους γονείς σου έξω (ο Τζέισον περνάει βασανιστήρια από τους συμμαθητές του όταν τον βλέπουν να πηγαίνει σινεμά με την μητέρα του), να προσέχεις μη σε θεωρήσουνε «αδελφή», να μη «παρεκλίνεις» στα γούστα («το διάβασμα είναι αδερφίστικο...»). Ο Μίτσελ φέρεται τρυφερά στον ήρωα (alter-ego) του, τον «πονάει», συμμετέχει στους προβληματισμούς του, ενώ η αναπαράσταση της εποχής θα ενθουσιάσει όσους έζησαν έντονα την δεκαετία του 80.

Θυμίζει την «Λέσχη των τιποτένιων» του Τζόναθαν Κόου, έχει την ατμόσφαιρα του «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλιντζερ, αλλά πάνω απ’όλα έχει την προσωπική σφραγίδα αυτού του μεγάλου συγγραφέα που είναι ο Μίτσελ. Το γράψιμο του είναι φαινομενικά ανάλαφρο και διασκεδαστικό ενώ έτσι καταφέρνει και περνάει ουσιαστικά πράγματα που τα ανακαλύπτεις στην πορεία του κειμένου. Το μυθιστόρημα του (όπως και ο Άτλας του ουρανού) είναι αποσπασματικό, δεν ακολουθεί μιά σταθερή δομή ενώ ρεαλιστικά γεγονότα ανακατεύονται με υπερρεαλιστικά στοιχεία που υπεισέρχονται στην αφήγηση. Όλα αυτά προσδίδουν μιά ακαταμάχητη γοητεία στον αναγνώστη, ο οποίος είναι αδύνατον να μη ταυτιστεί με τον υπέροχο Τζέισον και τους εφηβικούς του προβληματισμούς, την αγωνία του γιά το πρώτο του φιλί, τις αντιδράσεις του καθώς βλέπει την διάλυση της οικογένειάς του, την επαγγελματική πτώση του πατέρα του και την επαγγελματική άνοδο της μητέρας του. Ένα μυθιστόρημα μαθητείας, ένα απολαυστικό κείμενο που το διαβάζεις απνευστί.

«Πολλές φορές σκέφτομαι πως τα αγόρια δεν γίνονται άντρες. Απλώς μένουν ζουληγμένα πίσω από μιά αντρική μάσκα. Και καμιά φορά το καταλαβαίνεις πως το αγόρι είναι ακόμα εκεί.»
 
Τρίτη, Ιούνιος 23, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιούνιος 23, 2009 | Permalink
Don't give up...
Η λιτή και πυκνογραμμένη νουβέλα του σχετικά νέου συγγραφέα και δημοσιογράφου Ηλία Μαγκλίνη, «Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ» (Εκδ.Κέδρος, σελ.128), είναι μιά εξαιρετική δημιουργία πάνω στις οικογενειακές σχέσεις, μιά σκληρή και βίαιη συνομιλία πατέρα-κόρης από την οποία δεν βγαίνει κανείς κερδισμένος. Μία νουβέλα που θα μπορούσε να είναι ένα συγκλονιστικό θεατρικό έργο γιά δύο πρόσωπα που ξεσκίζονται (κυριολεκτικά) μπροστά στον αναγνώστη-θεατή.

Η Μαρίνα είναι ένας άνθρωπος που έχει μέσα του πολύ θυμό,ανεξέλεγκτη οργή. Ασχολείται με αυτήν την ιδιαίτερη μορφή «τέχνης», την performance art. Το σώμα της είναι ο καμβάς της που πάνω του εξασκεί την «τέχνη» της. Ακολουθώντας τα βήματα της πρωτοπόρου του είδους, συνονόματής της (και ειδώλου της), της Μαρίνας Αμπράμοβιτς σοκάρει το κοινό των «παραστάσεων» της είτε με τις φωτογραφίες της, είτε με τα καλλιτεχνικά δρώμενα στα οποία πρωταγωνιστεί η ίδια ζωντανά αυτοτραματιζόμενη, είτε σε video performances, είτε σε φωτογραφικές εκθέσεις με θέμα την νεκρή μητέρα της.
Ο Κωστής, ο πατέρας της Μαρίνας είναι ένας πολύ κουρασμένος άνθρωπος. Ζει αποτραβηγμένος από τον κόσμο και ασχολείται με τις μεταφράσεις. Συνελήφθη και βασανίστηκε επί χούντας και από τότε που αποφυλακίστηκε δεν έχει μιλήσει ποτέ γιά την εμπειρία του στα ΕΑΤ-ΕΣΑ. Και ο δικός του ο πατέρας, ο παππούς της Μαρίνας, είχε φυλακισθεί μετά τον εμφύλιο και είχε βασανισθεί στην Μακρόνησο.

Η Μαρίνα προσπαθεί να καταλάβει τι βίωσε ο πατέρας της στα κρατητήρια. Τι ήταν αυτό που πέρασε ώστε να αλλάξει τόσο πολύ και να κλειστεί στον εαυτό του. Τον προκαλεί σε μιά ιδιότυπη συνομιλία, τον υποβάλλει σε μιά βασανιστική ανάκριση. Η όλη δουλειά της είναι ένα μήνυμα προς αυτόν. «Κοίτα πως βασανίζομαι κι εγώ – έτσι βασανίστηκες κι εσύ;». Παραφράζοντας το «Μέσα από τον καθρέφτη...» του Λ.Κάρολ προσκαλεί τον πατέρα της να δεί, ν’ανοίξει τα μάτια του και να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι, γυμνό.

Ο Κωστής είναι ένας σπαρακτικός ήρωας. Βρίσκεται απολογούμενος σε όλη του τη ζωή, στους βασανιστές του, στην οικογένεια του, τώρα στην κόρη του. Ζει υπό το βάρος της «αγωνιστικής» κληρονομιάς του πατέρα του και της άκαμπης στάσης εκείνου που ποτέ δεν υποτάχτηκε μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές, η φωνή μέσα του δεν έχει σταματήσει να του λέει «...πρέπει κι εσύ να υποφέρεις περισσότερο.Δεν έχεις υποφέρει αρκετά, όχι όσο εκείνος. Θέλει κι άλλο. Κι άλλο.» Εκείνος έχει επιλέξει την οδό της συγχώρεσης, της λήθης. Η κόρη του τον προκαλεί συνεχώς να της μιλήσει, τον απομυθοποιεί σιγά-σιγά, τον εξευτελίζει – ποιόν, αυτόν που η ίδια είχε μυθοποιήσει κάποτε και επιζητάει να σταθεί κι εκείνη συνεπής στις οικογενειακές παραδόσεις, να βασανιστεί κι εκείνη έστω κάτω από διαφορετικό πρίσμα. «...Γιατί πρήζονται τα πόδια σου, μπαμπά; Γιατί δεν ήθελες αγόρι, μπαμπά; Γιατί τινάζεσαι στον ύπνο σου, μπαμπά; Γιατί δε μου μιλάς ποτέ γιά τον εφιάλτη σου, μπαμπά; Μπαμπά; Μπαμπά; Τι σου έκαναν τότε εκεί μέσα, μπαμπά;».Δείχνει να τον κατηγορεί, ότι «τα παράτησε», τους παράτησε και δείχνει ότι όλες τις οι «παραστάσεις» έχουν έναν αποδέκτη – απευθύνονται σε έναν θεατή...

«Το παράπονό της.Από μικρό κοριτσάκι. Μέσα στη νύχτα. Έτσι και τώρα, κάθε φορά που τον επισκέπτεται και κάνει μπάνιο στο σπίτι του – γιά ν’ακολουθήσει αυτό το ανίερο τελετουργικό μπροστά στον καθρέφτη – αφήνει πάντα μιά χαραμάδα ανοιχτή. Τότε ήταν για να μπει μέσα και να της μιλήσει για τον εφιάλτη· με τη σιωπή του. Τώρα, η χαραμάδα είναι για να του μιλήσει εκείνη για τον εφιάλτη της· με το σώμα της. Με το σώμα της προκαλεί τον δειλό ηδονοβλεψία να βγει απ’τη κρυψώνα του. Τον θλιβερό ματάκια του πάρκου. Έναν κλασικό, παραδοσιακό χέστη. Φευγάτο, σιωπηλό μέσα στους μοναχικούς σπασμούς του. Έλα μπαμπά, έλα να με σώσεις, αχ, μπαμπά μου, ξεκουμπώσου γρήγορα, μην αργείς, μπαμπά, μην αργείς, εσύ ποτέ δεν αργείς, η μαμά έλεγε γελώντας ότι πάντα έχυνες στο λεπτό, σαν το θερμόμετρο, στο λεπτό ο υδράργυρός σου χτυπούσε κόκκινο, χαρά δεν πήρε ποτέ από σένα η γυναίκα, ούτε καν στο κρεβάτι, γι’αυτό μην αργείς, μπαμπά, έλα, μπαμπάκα μου, χύσε με τώρα, δώσε μου τη χαρά που δεν είδε ποτέ η μαμά, έλα να με σταματήσεις, μπαμπά, προτού ξεσκίσω αυτά τα δύο φριχτά βυζιά και σ’τα δώσω να τα φας τρεμουλιαστά, κατακόκκινα, σαν το ζελέ με τα χοντρά κομμάτια κεράσι που έτρωγε η μαμά στο νοσοκομείο, έλα λοιπόν, μπαμπά μου, έλα

Περιεκτική και ουσιώδης, η νουβέλα του Μαγκλίνη, προκαλεί τον αναγνώστη σε σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από πολλά θέματα. Τα βασανιστήρια επί Χούντας, την αυτοδικία έναντι των όποιων βασανιστών, την δυσλειτουργία μιάς αξιόλογης (κατά τα φαινόμενα) αστικής ελληνικής οικογένειας, την σχέση γονιών-παιδιού, την ερωτική σχέση πατέρα-κόρης, το αν είναι ή όχι τέχνη αυτό που κάνει η Μαρίνα (προσωπικά είμαι αντίθετος σε οτιδήποτε προκαλεί πόνο έναντι οποιουδήποτε τιμήματος), το ζήτημα της προσωπικής αξιοπρέπειας και της προσωπικής ευθύνης, της συμμετοχής ή της παραίτησης...

Υπερβολικά σκληρή αλλά εξαιρετική δουλειά που όση ώρα την διαβάζεις δεν σ’αφήνει σε ησυχία. Η Ανάκριση είναι μιά νουβέλα που σε τρομάζει με την δύναμή της, που σε «τραβάει απ’το μανίκι», που σε εντυπωσιάζει με την οικονομία του λόγου της και που αποκλείεται να την ξεχάσεις.



Υ.Γ.1 Πολύ κατατοπιστικές συνεντεύξεις του συγγραφέα γιά το βιβλίο του εδώ και εδώ.

Υ.Γ.2 Εξαιρετικές παρουσιάσεις/κριτικές του βιβλίου από Κούρτοβικ, Κατσουλάρη, Χατζηβασιλείου και last but not least τον ακάματο Δημ.Αθηνάκη. Υποθέτω υπάρχουν και άλλοι που έχουν ασχοληθεί - όρεξη νά'χεις να ψάχνεις.
 
Πέμπτη, Ιούνιος 18, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιούνιος 18, 2009 | Permalink
Ζώντας και πεθαίνοντας στο Βερολίνο
Είναι εφιαλτική η περιγραφή της καθημερινής ζωής στο Βερολίνο κατά την διάρκεια του Β Παγκόσμιου πολέμου, όπως πολύ εύστοχα σκιαγραφείται στο βασανιστικά ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Γερμανού συγγραφέα Χανς Φάλαντα, «ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ», (Εκδ.ΠΟΛΙΣ, μετάφρ. Ά.Σαλταμπάση, σελ.668).

Ο (μυθιστορηματικός) βίος του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον – ίσως περισσότερο από τα έργα του. Αυτό ήταν το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Φάλαντα, το οποίο κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία του από overdose μορφίνης ή κατ'άλλους υπνωτικών χαπιών το 1947. Ο Φάλαντα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Γερμανούς συγγραφείς του μεσοπολέμου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Rudolf Wilhelm Friedrich Ditzen και γεννήθηκε το 1893. Έζησε μιά ταλαίπωρη ζωή παρ’ότι όλα φαινόντουσαν ιδανικά γι’αυτόν. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας με πατέρα ανώτατο δικαστικό, χτυπήθηκε από άλογο στο κεφάλι στα 16 του ενώ προσεβλήθη από τύφο στα 17 του. Τα προβλήματα υγείας που του προκάλεσαν τα δύο γεγονότα και η βαρειά φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε,τον απομόνωσαν από τον κόσμο και του προκάλεσαν μεγάλα ψυχολογικά προβλήματα και αυτοκτονικές τάσεις. Στα 19 του θέλοντας να αυτοκτονήσει με τον κολλητό του φίλο Χ.Ντήτριχ αποφασίζουν να μονομαχήσουν ώστε να φανεί «πιό ηρωικός ο θάνατος». Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αστοχήσει ο φίλος του, ενώ αυτός στοχεύει σωστά και τον σκοτώνει. Αθωώνεται λόγω παραφροσύνης αλλά ακολουθεί εγκλεισμός σε ψυχιατρεία και εργασία σε φάρμες. Εκεί στις φάρμες αναπτύσσει το ταλέντο του στην ποίηση και τον πεζό λόγο αλλά είναι πλέον εθισμένος ναρκομανής και μπαινοβγαίνει στις φυλακές αφού αναγκάζεται να κλέβει για να ζήσει και να πάρει την δόση του.
Τελικά τα καταφέρνει και θεραπεύεται το 1928 και το 1932 με την έκδοση του βιβλίου του «Kleiner Mann - was nun?» («Και τώρα, μικρέ άνθρωπε;»), γνωρίζει τεράστια επιτυχία η οποία του λύνει τα οικονομικά προβλήματα. Η καρριέρα του απογειώνεται και παρά τις οχλήσεις του Ναζιστικού καθεστώτος, τα βιβλία του συνεχίζουν να γνωρίζουν επιτυχία. Κατά την διάρκεια του πολέμου έγραφε περισσότερο παιδικά βιβλία προσπαθώντας να περνάει απαρατήρητος από το καθεστώς. Τα προβλήματα με τα ναρκωτικά και το ποτό είχαν επανέλθει και μετά από έναν άγριο τσακωμό με την σύζυγό του, όταν προσπάθησε να την σκοτώσει με μιά καραμπίνα, συνελήφθη και φυλακίστηκε σε ψυχιατρική φυλακή. Στην φυλακή επιβίωσε χάριν της φήμης του και της πονηριάς του - η εμπειρία του εκεί μέσα αποτυπώνεται στο αυτοβιογραφικό του έργο «Der Trinker» (Ο μπεκρής) που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Παίρνει διαζύγιο και ξαναπαντρεύεται αλλά η δεύτερη σύζυγός του αποδεικνύεται περισσότερο εθισμένη από εκείνον στα ναρκωτικά. Μπαινοβγαίνουν στις κλινικές και στις φυλακές – ο Φάλαντα αυτοκτονεί το 1947 και η σύζυγός του ξεπουλάει τα χειρόγραφα από μισοτελειωμένα ή ανέκδοτα έργα του για να εξασφαλίσει τη δόση της.

Στο «ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ» ο συγγραφέας παίρνει αφορμή από ένα αληθινό περιστατικό που βρήκε στους φακέλους της Γκεστάπο μετά την πτώση του Ναζιστικού καθεστώτος. Ένα ζευγάρι μικροαστών μετά τον θάνατο του γιού τους στο μέτωπο εξοργισμένο από το Χιτλερικό καθεστώς αποφασίζει να γράφει κάρτες με αντιναζιστικά συνθήματα και να τις αφήνει σε εισόδους πολυκατοικιών, σε ιατρεία, σε διαδρόμους κτιρίων. Οι χειρόγραφες κάρτες κυκλοφορούν δυό-τρία χρόνια στο Βερολίνο, σχεδόν όλες πέφτουν στα χέρια της Γκεστάπο από φοβισμένους πολίτες, το κυνηγητό των αρχών δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου ένα μοιραίο λάθος συντελεί στην τυχαία ανακάλυψη των δραστών οι οποίοι εκτελούνται μετά από λιγόμηνο εγκλεισμό στις φυλακές.

Στο μυθιστόρημα, ο Φάλαντα τοποθετεί το σκηνικό του σε μιά λαϊκή και μικροαστική πολυκατοικία του Βερολίνου. Είναι τα πρώτα χρόνια του πολέμου, η Γαλλία μόλις έχει κατακτηθεί, το φρόνημα είναι υψηλό. Αλλά όλα τα «σκιάζει η φοβέρα». Οι μισοί ένοικοι κατασκοπεύουν τους άλλους μισούς. Η τοιχογραφία των προσώπων είναι εκπληκτική. Η οικογένεια των Ναζί, με τον δαιμονικό μικρό αδερφό έναν Ες-Ες σε εφηβική ηλικία να κατατρομάζει τους υπόλοιπους ενοίκους, ενώ ο μέθυσος πατέρας θυμίζει τις φασιστικές οικογένειες που τόσο εύστοχα είχε σκιαγραφήσει ο Μπερτολούτσι στο β’ μέρος του 1900 ή οι αδερφοί Ταβιάνι σε κάποιες ταινίες τους. Η γριά Εβραία που όλοι οι ένοικοι κατακλέβουν. Ο δίκαιος αλλά αποτραβηγμένος από τα εγκόσμια συνταξιούχος δικαστής που κλείνει τα μάτια από τη φρίκη που βλέπει γύρω του και επιλέγει την απομόνωση. Η λούμπεν οικογένεια του χαφιέ Μπορκχάουζεν, ο οποίος την βγάζει στους δρόμους σπιουνάροντας τους πάντες στην Γκεστάπο, ενώ στο σπίτι η πόρνη σύζυγός του δέχεται την πελατεία της και τα παιδιά τους όλα από διαφορετικούς πατεράδες τριγυρίζουν γύρω-γύρω. Κολλητός του Μπορκχάουζεν είναι ο Ένο Κλούγκε, ένα τελείως λούμπεν στοιχείο που ζει από τα ιπποδρομιακά στοιχήματα και το ζιγκολίκι, του οποίου η σύζυγος, ταχυδρόμος το επάγγελμα, μόλις πληροφορείται ότι ο γιός της που υπηρετεί στα Ες-Ες κυκλοφορεί με φωτογραφία του να βασανίζει Εβραίους, παραιτείται από τη δουλειά της και φεύγει γιά την επαρχία ξέροντας ότι θα βρει τον μπελά της από τις Αρχές.
Σ’αυτήν λοιπόν την «αυλή των θαυμάτων» κατοικεί το ζεύγος Κβάγκελ. Εκείνος σκληρός και κοφτός. Βαρύς και ασήκωτος, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Μαραγκός το επάγγελμα, είναι εργοδηγός σε εργοστάσιο που κατασκευάζει φέρετρα. Εκείνη ασχολείται με τα οικιακά. Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την αναγγελία του θανάτου, του μονάκριβου γιού τους. Το ζευγάρι παθαίνει σοκ και τότε συνειδητοποιούν την φρίκη μέσα στην οποία ζουν. Συνειδητοποιούν τον παραλογισμό του πολέμου και την καταπίεση που βιώνουν από ένα απάνθρωπο καθεστώς. Ο Κβάγκελ επιλέγει την δράση. Αλλά τι δράση; Τελείως παιδικά και μάλλον επιπόλαια αρχίζει να γράφει με την ακατέργαστη γραφή του, κάρτες διαμαρτυρίας προς το καθεστώς. Τις αφήνει μέσα σε πολυκατοικίες που στεγάζουν γραφεία και ιατρεία. Γνωρίζει ότι αυτό που κάνει είναι αφάνταστα επικίνδυνο. Γνωρίζει ότι παίζει με την φωτιά, πιστεύει ότι οι κάρτες θα πάνε χέρι με χέρι και θα κινητοποιήσει έτσι πολύ κόσμο. Πλανάται όμως οικτρά. Οι κάρτες παραδίδονται αμέσως στα χέρια της (πανταχού παρούσας) Γκεστάπο. Ο χαφιεδισμός είναι παντού, δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει ο διπλανός σου και έτσι φροντίζεις να ξεφορτωθείς την «καυτή πατάτα» από τα χέρια σου. Ο αξιωματικός Έσεριχ που ασχολείται με τις κάρτες, τρελλαίνεται από την αποκοτιά και τον ερασιτεχνισμό των δραστών. Του γίνεται έμμονη ιδέα η σύλληψή τους. Το μυαλό του πάει από εδώ και απο εκεί αλλά άκρη δεν βρίσκει. Ένα λυσσώδες κυνηγητό έχει αρχίσει από το οποίο δεν θα βγει (σχεδόν) κανείς ζωντανός ή ανέγγιχτος.

Το βιβλίο όπως και η ταινία του 2005, «Οι Τελευταίες Hμέρες της Sophie Scholl», ασχολείται με τους μικρούς θύλακες αντίστασης που υπήρξαν στην Ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σε σχέση με αυτό που γινότανε στις περισσότερες κατεχόμενες από τους Ναζί χώρες, τα περιστατικά αυτά, ή, οι οργανώσεις αυτές ήταν μάλλον ασήμαντες αλλά θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την τρομοκρατία που είχε επιβάλλει το καθεστώς σε συνδιασμό με το αίσθημα πατριωτισμού και υπερηφάνειας που διακατείχε το σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Η μεγάλη αξία του μυθιστορήματος του Φάλαντα, δεν είναι η ιστορία αυτή καθεαυτή, που μάλλον δεν παρουσιάζει και τόσο τρομερό ενδιαφέρον αλλά η περιγραφή της ατμόσφαιρας του Βερολίνου τα πρώτα χρόνια του πολέμου.

Ο Φάλαντα παρουσιάζει μιά πόλη που καταρχήν δεν της έλειπε τίποτα. Προϊόντα ερχόταν απο τις κατεχόμενες χώρες, ο κόσμος διασκέδαζε, το πατριωτικό φρόνημα ήταν στα υψηλότερα του σημεία, αφού όλοι περίμεναν ότι η Αγγλία θα συνθηκολογούσε όπου νάναι. Κάποιες βόμβες που έπεφταν δεν ανησυχούσαν ιδιαίτερα τον κόσμο, τα νέα που έρχονταν από το μέτωπο ήταν αισιόδοξα. Τα δύσκολα ήταν γιά τους πολίτες που αρνούντο να γραφτούν στο κόμμα ή να είναι πιό ενεργοί στις εκδηλώσεις πατριωτισμού. Γιά τον καθένα από αυτούς, αντιστοιχούσαν ένας ή δύο χαφιέδες έτοιμοι να πάνε να καταγγείλουν το παραμικρό. Ότι χαμογελάς συχνά ή ότι δεν χαμογελάς συχνά. Ότι έχεις φως στο δωμάτιο σου την νύχτα ή ότι δεν έχεις ποτέ φως στο δωμάτιο σου,άρα κάτι κάνεις. Ότι μιλάς πολύ ή ότι δεν μιλάς καθόλου... Η παράνοια ήταν στοιχείο των ημερών και τον μπελά σου μπορούσες να τον βρεις ανά πάσα στιγμή.

Η επιτυχία του συγγραφέα είναι η αποτύπωση αυτής της «σκοτεινιάς» και της «καταχνιάς» στις ψυχές των ανθρώπων. Επιλέγει ως πρωταγωνιστές ανθρώπους της εργατικής τάξης ή του λούμπεν προλεταριάτου. Ανθρώπους που η μοναδική τους έννοια είναι η επιβίωση. Άλλους που επιλέγουν να δουλέψουν με σκυμμένο το κεφάλι και άλλους που επιλέγουν να χαφιεδίσουν γιά να βγάλουν ένα μεροκάμματο ή να την βγάλουν στον δρόμο. Οι περισσότεροι (αν όχι όλοι τους) ψήφισαν Χίτλερ το 1933 φέρνοντάς τον στην εξουσία, οι περισσότεροι πανηγύρισαν στους δρόμους όταν ο στρατός τους εισέβαλλε στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία ενώ θεώρησαν φυσιολογική την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο Φάλαντα δεν χαρίζεται σε κανέναν από τους πρωταγωνιστές του. Δεν αγιοποιεί κανέναν τους. Με άκρατο ρεαλισμό περιγράφει σκηνές απανθρωπιάς που σοκάρουν, ενώ ο εξευτελισμός του ανθρώπου από τον συνάνθρωπό του είναι καθημερινός και ολοζώντανος στο χαρτί.

Το βιβλίο θυμίζει αρκετά το «ΜΠΕΡΛΙΝ,ΑΛΕΞΑΝΤΕΡΠΛΑΤΣ» του Ντέμπλιν στην αποτύπωση της καθημερινής ζωής στο Βερολίνο. Ο Ντέμπλιν γράφει γιά την μεταπολεμική κατάσταση της δεκαετίας του 20, όταν η ζωή δεν άξιζε ούτε ένα μάρκο – πάνω,κάτω τα ίδια συνέβαιναν την δεκαετία του 40 στο Βερολίνο του Φάλαντα. Ένα υπόγειο λογοτεχνικό ρεύμα συνδέει το βιβλίο με την ΠΕΙΝΑ του Χάμσουν ή με το ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ του Στάινμπεκ. Η μοναξιά και η ελπίδα, ο ηρωισμός και η «κουτουράδα», η συντροφικότητα και η απώλεια χαρακτηρίζουν αυτό το γκροτέσκο και μάλλον εξπρεσιονιστικό στην μορφή του βιβλίο που δεν ξέρω αν προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, συγκινεί όμως πολύ.
 
Δευτέρα, Ιούνιος 15, 2009
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιούνιος 15, 2009 | Permalink
...όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου...
«Ίσως έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κανονική διαδρομή για να βγει κανείς από την αγάπη όπως υπάρχει για να μπει.»

«ΟΙ MAYTREES» της Αμερικανίδας συγγραφέως Annie Dillard, (Εκδ.Ίνδικτος, μετάφρ.Γ.Μπαρουξή, σελ.263), είναι ένα χαμηλότονο και συγκινητικό μυθιστόρημα αληθινής αγάπης, συντροφικότητας και ελπίδας. Γραμμένο με απλή και λιτή γλώσσα περιγράφει την ζωή ενός ξεχωριστού ζευγαριού, των Μέιτρις διατρέχοντας ολόκληρη σχεδόν την μεταπολεμική περίοδο.

Το σκηνικό είναι το ακρωτήριο Κοντ της Μασαχουσέτης και πιό συγκεκριμένα το Πρόβινστάουν, μιά μικρή πόλη περισσότερο γνωστή ως εξοχικό θέρετρο. Εκεί ζουν μόνιμα ο Τόμπι Μέιτρι και η Λου Μπιγκελόου. Απλά και ήρεμα ερωτεύονται και παντρεύονται διαμένοντας στο σπίτι της πιό ευκατάστατης οικογενειακά Λου. Ο Τόμπι είναι ποιητής και με έναν συνεταίρο επισκευάζει και «μετακινεί» εξοχικές κατοικίες. Η Λου ζωγραφίζει λίγο και ασχολείται περισσότερο με τα οικιακά. Δεν πολυμιλάνε μεταξύ τους, συνεννοούνται περισσότερα με τα μάτια, ο ένας καταλαβαίνει αμέσως τι θέλει ο άλλος. Έχουν και ένα μικρό καλύβι στους αμμολοφους που είναι ιδανικό για το καλοκαίρι. Μετά από μερικά χρόνια γεννιέται ο γιός τους, ο Πιτ.

«Για πολύ καιρό δεν είχαν αυτοκίνητο, ούτε τηλεόραση όταν βγήκαν οι τηλεοράσεις, ούτε ασφάλεια ζωής, ούτε οικονομίες. Μια φορά τη βδομάδα άκουγαν παγκόσμιες ειδήσεις από το ραδιόφωνο. Έδιναν χρήματα για τις οικογένειες των ανθρακορύχων που απεργούσαν. Αγαπούσαν τον γιό τους, τον Πιτ, το μοναδικό παιδί τους. Οι δυό τους μαζί διάβαζαν γύρω στα τριακόσια βιβλία τον χρόνο. Αυτός διάβαζε για πληροφορίες, αυτή για έκσταση. Δεν υπήρχε τίποτα πλούσιο στη ζωή τους εκτός από τις μέρες τους που ξεχείλιζαν από χρόνο.
Το ύψος και η ηρεμία της Λου Μέιτρι την έκαναν να μοιάζει με άγαλμα. Τα ξανθά μαλλιά και το κατάλευκο δέρμα της έκαναν αντίθεση με το κόκκινο που φορούσε όλο το χρόνο για να δίνει χρώμα στη σκηνή. Η ευγένεια, η υποχωρητικότητα, και ιδιαίτερα η σιωπή της, κρατούσαν από μιά εποχή χαμένη πιά. Το ύψος της, τα μεγάλα μάτια, το ψηλό μέτωπο και το ίσιο παράστημά της τής έδιναν έναν επιβλητικό αέρα. Η οικειότητα τής ήταν εύκολη, αλλά οι ξένοι δεν το έβλεπαν αυτό.
Όταν γέρασε, ζούσε μόνη στην μονόχωρη καλύβα των Μέιτρι στους παραβολικούς αμμόλοφους. Τις Παρασκευές διέσχιζε τους πίσω αμμόλοφους μέχρι την πόλη στον κόλπο και αγόραζε προμήθειες. Ένα ψάθινο καπέλο κρατούσε το πρόσωπό της καθαρό. Χρόνο με το χρόνο οι κόγχες των ματιών της βάθαιναν πιό πολύ και τα βιολετιά της χείλια γίνονταν πιό λεπτά.
Σε όλη τη ζωή της ήταν ειρωνική και αυστηρή με τις σκέψεις της. Τα περισσότερα βράδια της Παρασκευής πήγαινε γιά χορό στην πόλη. Ο κόσμος έλεγε ότι ο Μέιτρι, ή η ευτυχία, ή η μοναξιά την είχε τρελλάνει. Ο κόσμος έλεγε ότι μικρή ήταν άσχημη, ή ότι ήταν ένα παιδί σταρ του κινηματογράφου· ότι κληρονόμησε αμύθητα ποσά και ζούσε σε μιά καλύβα χωρίς σωλήνες και καλώδια· ότι διάβαζε υπερβολικά· ότι της έλειπε η φιλοδοξία και θα μπορούσε να είχε παντρευτεί οποιονδήποτε. Της έλειπε η τραγική αίσθηση της γυναίκας. Έκανε ότι ήθελε – αυτή και ποιός άλλος πάνω στη γη; Σε όλη της τη ζωή έβρισκε την αξιοπρέπεια υπερτιμημένη. Κατέβαινε κατρακυλώντας τους αμμόλοφους.

Τα περισσότερα από τα λιγοστά και συνηθισμένα πράγματα που έκαναν η Λου και ο Τόμπι Μέιτρι έγιναν στο παραλιακό σπίτι μπροστά στον μπροστινό δρόμο της πόλης, και πιό συγκεκριμένα στο κρεβάτι του.

Ο σκελετός του κρεβατιού τους ήταν παλιός μεταλλικός σωλήνας, σιδερένιος. Η Λου Μέιτρι έβαψε το αψιδωτό κεφαλάρι και τα πόδια του λευκά. Κάθε λίγα χρόνια έτριβε με γυαλόχαρτο τις σκουριασμένες ροζέτες και το έβαφε πάλι λευκό. Αυτή ήταν λίγο πολύ όλη η δουλειά που έκανε στο σπίτι, αν και ήξερε επίσης να κάνει οικονομία στα τρόφιμα. Θα μπορούσε κανείς να χωρίσει το διπλό κρεβάτι τους στη μεριά της και τη μεριά του μετρώντας τέσσερις σωλήνες, αλλά οι δυό τους αγνοούσαν τις συμμετρίες. Ο Μέιτρι κοιμόταν με το μακρύ του πόδι απλωμένο πάνω της, όπως ένας σκύλος διεκδικεί ένα κομμάτι ξύλο.
Μιά φορά ενώ ο Μέιτρι κοιμόταν από τη μεριά του, τα πόδια του κουνιούνταν και είχε λαχανιάσει. Η Λου του έσφιξε τον ώμο.
Κυνηγάς λαγό;
Ο Μέιτρι πήρε βαθειά ανάσα και είπε: χορεύω κλακέτες.»


Το Πρόβινστάουν μαζεύει καλλιτεχνικό κόσμο. Ζωγράφους, συγγραφείς, ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος – ανθρώπους ανεξάρτητους και αντισυμβατικούς. Οι παρέες των Μέιτρις είναι τύποι ελεύθεροι και άνετοι. Η κολλητή τους Ντίρι, λίγο μεγαλύτερη τους, πολλές φορές κοιμάται στην παραλία ή εξαφανίζεται ακολουθώντας κάποιον έρωτα. Όταν ο Τόμπι Μέιτρι την ερωτεύεται και φεύγουν μαζί, η ξαφνική τους φυγή σκάει σαν βόμβα στην μικρή κοινότητα. Η Λου όταν ξεπερνάει το αρχικό σοκ αντιμετωπίζει ψύχραιμα την κατάσταση ενώ ο Πιτ νιώθει προδομένος και από τους δύο, από τον πατέρα που ήταν το πρότυπό του και από την Ντίρι που τον μεγάλωσε παρέα με την μητέρα του.
Το «παράνομο» ζεύγος εγκαθίσταται στο νησί του Μέιν, οχι πολύ μακριά, ούτε τόσο κοντά από το Πρόβινστάουν. Ο Τόμπι χτίζει σπίτια και προσπαθεί να γράψει μεγάλα (σε έκταση) ποιήματα, η Ντίρι αναπτύσσει επιχειρηματικό ταλέντο αφού διαβλέπει την ανάγκη των ανθρώπων των πόλεων για εξοχικές κατοικίες.

Η Λου μένει μόνη της, περνάει τον περισσότερο χρόνο της στην καλύβα, στους αμμόλοφους, ζωγραφίζει και όταν φεύγει ο Πιτ γιά να δουλέψει ως ναυτικός έχει όλο τον χρόνο δικό της.
«...Για ένα λεπτό με το ρολόι της,φαντάστηκε ότι συμπαθεί τον Μέιτρι αμερόληπτα. Μόνο για ένα λεπτό με το ρολόι της τον είδε από τη δική του πλευρά. Εκείνη τη μέρα, έχοντας δώσει τόπο κατά μία μοίρα τόξου μόνο, για ένα λεπτό, είδε από μακριά την ανακούφιση. Ήταν κάτι που μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε ν’ανεβαίνει στο μνημείο κάθε μέρα και να δουλεύει πάνω στον εαυτό της σαν άσκηση. Δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει. Τα χρόνια τους μαζί ήταν καλά. Ο Μέιτρι είχε φύγει ήδη. Το μόνο που είχε να κάνει τώρα για να βρει τη γαλήνη ήταν να του δώσει τόπο μέσα της.
Μέσα σ’ενα μήνα κατάλαβε οτι αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία. Αν πίστευε ότι ήταν ελεύθερη, ότι είχε βγει από τον λάκκο της πίσσας, δεν θα ελευθερωνόταν τότε από τον λάκκο της πίσσας; Τι ήταν αυτό για παράδειγμα, μπροστά στο να έχανε τον Πίτι; Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δύο άτομα ερωτεύτηκαν; Ήξερε ότι μέμφονταν τον εαυτό τους. Ο Μέιτρι πάθαινε κρίσεις ενθουσιασμού. Η φύση της Ντίρι ήταν η αγάπη. Τι σημασία θα είχαν όλα αυτά μετά από διακόσια χρόνια; Είχε πολλές δεκαετίες να ζήσει ακόμη. Το αν θα τις ζούσε ή όχι ήταν δική της επιλογή.»


Εκεί στους αμμόλοφους,η Λου δείχνει ήρεμη κι ευτυχισμένη. Νιώθει ότι επικοινωνεί με τον Τόμπι, ότι οι δυό τους παραμένουν κοντά παρότι είναι πλέον μακριά, η ζωή όμως είναι απρόβλεπτη και επιφυλάσσει εκπλήξεις και γεγονότα αναπάντεχα. Εκεί είναι που όλοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας θα δοκιμαστούν γιά να επικρατήσει η ανθρωπιά και η συγχώρεση, η φυσιολογική ροή της ζωής που μάλλον όλοι μας την έχουμε ξεχάσει και μας την θυμίζει αυτό το λιτό και ποιητικό μυθιστόρημα.

Το βιβλίο είναι γεμάτο από εκπληκτικές εικόνες της φύσης, των ακτών και της θάλασσας, των μικρών παραθαλάσσιων χωριών που σιγά-σιγά αλλοιώνεται η ταυτότητά τους. Η συγγραφέας παραθέτει μιά σειρά από μικρά καθημερινά επεισόδια, η ίδια η ζωή των Μέιτρις δεν έχει κάτι το συγκλονιστικό. Είναι πολύ ζωντανές οι σκηνές της περιγραφής του έρωτα που νιώθει ο Τόμπι για την Λου όταν την πρωτοβλέπει – ένα είδος θαυμασμού που νιώθει για το «άπιαστο» και το «άϋλο» της εμφάνισής της που του θυμίζει την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Η Λου δεν εκδηλώνεται, και αυτό την καθιστά παρεξηγήσιμη στην κοινότητα. Είναι πάντα απόμακρη και αμίλητη αλλά τόσο κοντά σε όλους. Εκείνη δίνει τον τόνο στην ιστορία.

Η Ντίλαρντ δείχνει τους ήρωές της να αλλάζουν με τον χρόνο, να μεταβάλλεται και η μορφή της σχέσης τους που περνάει από διάφορα στάδια. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και φιλοσοφικό μυθιστόρημα γύρω από τον γάμο, γύρω από τις ερωτικές σχέσεις, γύρω από τις εσωτερικές διεργασίες της καρδιάς και των συναισθημάτων – είναι το στυλ της συγγραφέως με την ποιητική της γεμάτη συναίσθημα γλώσσα που συγκινεί και μας κάνει να συμπάσχουμε με αυτό το ιδιόμορφο και αξιαγάπητο ζευγάρι,τους Μέιτρις.
 
Τετάρτη, Ιούνιος 10, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιούνιος 10, 2009 | Permalink
Κατάσκοποι που κατασκοπεύουν κατασκόπους
Τι διαφοροποιεί τα κατασκοπικά θρίλερ του μεγάλου Βρετανού συγγραφέα Τζον Λε Καρέ από τα υπόλοιπα του είδους; Νομίζω η ρεαλιστική τους διάσταση. Τα γεγονότα περιγράφονται ως ρεπορτάζ, σαν να έγιναν πραγματικά… Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα του Λε Καρέ γίνεσαι μέρος της ιστορίας, συμμετέχεις ο ίδιος – ενώ οι πρωταγωνιστές του, άνθρωποι της «διπλανής πόρτας» που αποδεικνύονται ικανοί γιά το χειρότερο (αλλά και το καλύτερο), όλο και κάτι σου θυμίζουν – σου φέρνουν στο μυαλό ιστορίες με ομίχλη και τύπους με καμπαρντίνες και καπέλα να περπατούν στους έρημους δρόμους και τα βήματά τους να ακούγονται σαν να είναι δίπλα σου.

Μπορεί το «Ο ΚΛΗΡΟΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟΝ ΣΜΑΪΛΙ» να θεωρείται ένα από τα καλύτερα βιβλία του Λε Καρέ (Εκδ.Καστανιώτη, μετάφρ. Μ.Μακρόπουλος, σελ. 460), σίγουρα πάντως είναι από τα πιό μπερδεμένα του. Ο original τίτλος του βιβλίου είναι «Tinker, tailor, soldier, spy» («Γανωτής, ράφτης, στρατιώτης, κατάσκοπος»), μέρος ενός παιδικού τραγουδιού/ποιήματος, που ανήκει στην Αγγλική λαϊκή παράδοση – Tinker, tailor, soldier, sailor, rich man, poor man, beggarman, thief, εδώ ο συγγραφέας έχει αντικαταστήσει τον ναύτη(sailor) με τον κατάσκοπο (spy). Το μυθιστόρημα γραμμένο τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 απηχεί το ψυχροπολεμικό κλίμα των δεκαετιών 50 και 60, με τις αποκαλύψεις των κατασκόπων που υπήρχαν στα υψηλά κλιμάκια της Βρετανικής Αντικατασκοπίας με πιό ηχηρά ονόματα αυτά των Κιμ Φίλμπυ και Γκάι Μπέρτζες – δύο αριστοκρατών, αποφοίτων του πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, που αποκαλύφθηκαν ότι ήταν «τυφλοπόντικες», δηλαδή διπλοί πράκτορες οι οποίοι αποκάλυπταν κρατικά μυστικά στους Σοβιετικούς.

Ο Σμάϊλι είναι ένας «αποστρατευμένος» πράκτορας της Αντικατασκοπείας. Κάποτε το Νο2 της υπηρεσίας, πλέον έχει συνταξιοδοτηθεί μετά από μιά αποτυχημένη επέμβαση-παγίδα στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από την απομάκρυνση του επικεφαλής της υπηρεσίας, του γηραιού «Ελέγχου» και του Σμάϊλι, την ηγεσία έχουν αναλάβει νεώτερα στελέχη. Όταν ένας ασήμαντος πράκτορας που υπηρετεί στο Χονγκ-Κονγκ ερωτεύεται μιά Ρωσίδα κατάσκοπο και προσπαθεί να την φυγαδεύσει στην Αγγλία κι εκείνη αμέσως συλλαμβάνεται από τους δικούς της , γίνεται πασιφανές ότι υπήρξε «κάρφωμα» εκ των ένδον, αφού η πληροφορία είχε πάει κατευθείαν στα ανώτερα κλιμάκια της υπηρεσίας. Κυβερνητικές υπηρεσίες προσπαθούν να βρουν τον «τυφλοπόντικα», τον διπλό πράκτορα που υπάρχει στα ηγετικά στελέχη της Αντικατασκοπείας. Την ίδια υποψία (περί ύπαρξης «τυφλοπόντικα») είχε και ο πρώην αρχηγός, ο «Έλεγχος», ο οποίος είχε δώσει στα ανώτερα στελέχη (που πλέον είναι στην εξουσία), τους κωδικούς, «γανωτής», «ράφτης», «στρατιώτης», «κατάσκοπος», υποθέτοντας ότι κάποιος από αυτούς είναι ο διπλός πράκτορας μέσα στην υπηρεσία.

Καλείται λοιπόν ο Σμάϊλι να βρει την άκρη. Κλειδί στην υπόθεση είναι ο Τζιμ Πριντό, στον οποίο είχε ανατεθεί η επιχείρηση στην Τσεχοσλοβακία και ο οποίος αφού είχε συλληφθεί και ανακριθεί, ανταλλάχθηκε κάποια στιγμή και έτσι κατάφερε να γυρίσει στην Αγγλία. Πλέον ζει απομονωμένος, διδάσκοντας σε ένα επαρχιακό σχολείο κάπου στο πουθενά. Το θέμα είναι να θυμηθεί και να μιλήσει.

Ο Σμάϊλι είναι ένας κουρασμένος άνθρωπος, απογοητευμένος από τη προσωπική του ζωή, με την αριστοκρατική σύζυγό του πρώτα να δημιουργεί ερωτική σχέση με τον μακρινό της ξάδερφο και χαρισματικό συνάδελφο του Σμάιλι, τον Μπιλ Χέιντον, έναν εκ των νέων ηγετών της υπηρεσίας (και πλέον βασικών υπόπτων), εγκαταλείπει την συζυγική εστία αναζητώντας την ανεξαρτησία της από τον αρρωστημένο κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Ο Σμάϊλι είναι μόνος και βαθύτατα θλιμμένος.

«...Μικρόσωμος,κοντόχοντρος και μεσήλικας και βάλε, στην όψη ήταν ένας από τους ταπεινούς του Λονδίνου που δεν θα κληρονομήσουν τη γή. Τα πόδια του ήταν κοντά, η περπατησιά του μόνο σβέλτη δεν ήταν και τα ρούχα του ήταν ακριβά, δεν του ταίριαζαν καλά κι ήταν μουσκίδι. Το πανωφόρι του, που απέπνεε μια αμυδρή αίσθηση χηρείας, είχε αυτή τη μαύρη αραιή ύφανση τη σχεδιασμένη να συγκρατεί την υγρασία. Είτε τα μανίκια ήταν πολύ μακριά είτε τα χέρια του ήταν πολύ κοντά, γιατί, όπως κι ο Ρόουτς, όταν φορούσε το αδιάβροχό του τα μανίκια σχεδόν σκέπαζαν τα δάχτυλα. Από ματαιοδοξία δεν φορούσε καπέλο, πιστεύοντας ορθά ότι τα καπέλα τον έκαναν να δείχνει γελοίος. «Σαν σκέπασμα αυγουλιέρας» είχε σχολιάσει η όμορφη σύζυγός του όχι πολύ πριν από την τελευταία φορά που τον παράτησε, και η κριτική της, όπως τόσο συχνά, ακόμα τον κατάτρυχε. Έτσι, χοντρές σταγόνες βροχής που δεν έλεγαν να φύγουν σκέπαζαν τους χοντρούς φακούς των γυαλιών του αναγκάζοντάς τον πότε να χαμηλώνει το κεφάλι και πότε να το σηκώνει ψηλά καθώς βάδιζε βιαστικά στο πεζοδρόμιο κάτω από τις μαυρισμένες καμάρες στο σταθμό Βικτόρια. Πήγαινε δυτικά, στο Τσέλσι, που ήταν το άσυλό του και το σπίτι του. Το βήμα του ήταν για κάποιο λόγο κομμάτι αβέβαιο, κι αν ο Τζιμ Πριντό πρόβαλλε μέσ’από τις σκιές και τον ρωτούσε αν είχε καθόλου φίλους, μάλλον θ’απαντούσε πως, αντί για φίλους, θα προτιμούσε ένα ταξί

Χωρίς ρεβανσιστικές τάσεις αλλά με διάθεση να επιλύσει τον γρίφο και να βρει τον «τυφλοπόντικα» που «τρώει τις σάρκες» της υπηρεσίας, προχωράει βήμα-βήμα ψάχνοντας παλαιούς φακέλους και προσπαθώντας να βρει την άκρη του νήματος. Ξέρει ότι ο αντίπαλος του, ο Σοβιετικός αρχηγός των Μυστικών Υπηρεσιών της ΕΣΣΔ, ο διαβόητος Κάρλα, είναι πολύ ικανός, με φοβερές ικανότητες πειθούς. Έτσι λοιπόν παρακολουθούμε έναν ιδιότυπο αγώνα σκακιού, ένα εξαιρετικό mind game, που τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και δεν είσαι σίγουρος εάν στην επόμενη σελίδα δεν θα βρεθείς μπροστά σε μία φοβερή ανατροπή, αφού το καταλαβαίνεις ότι όλοι είναι ικανοί γιά τα πάντα...

Όπως τα περισσότερα από τα μυθιστορήματα του Λε Καρέ, έτσι κι αυτό έχει ένα ελεγειακό στυλ και η μελαγχολία διαπερνάει τις σελίδες του. Μπορεί οι υπερβολικές κωδικοποιήσεις και το στυλιζάρισμα κάπου να κουράζουν αλλά είναι τέτοιος ο ρυθμός της αφήγησης και η μέθοδος που ακολουθεί ο Σμάιλι που κεντρίζουν συνεχώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μυστικά και ψέμματα, ο ένας να προσπαθεί να εξαπατήσει τον άλλον ακόμα και στις πιό καθημερινές κουβέντες και κυρίως οι ρεαλιστικές περιγραφές της καθημερινότητας, μας κάνουν κοινωνούς ενός διαφορετικού κόσμου και μιάς εποχής που έχει περάσει. Μιάς εποχής που δεν είχε ούτε τα σούπερ μηχανήματα παρακολούθησης, ούτε τους δορυφόρους και τις κάμερες, ούτε το διαδίκτυο και την άμεση πληροφόρηση αλλά είχε το βασάνισμα του μυαλού, την μεθοδικότητα και την πονηριά, την κουλτούρα και την ιδεολογία. Οι «Τζεημσμποντικές» μέθοδοι εδώ δεν υπάρχουν, ο κόσμος του Λε Καρέ είναι διαφορετικός και ο αναγνώστης πρέπει να είναι προετοιμασμένος γιά ένα επίμονο διανοητικό παιχνίδι, σαν παζλ γιά δυνατούς παίκτες.

Θαυμασμό προκαλεί η ανάλυση των χαρακτήρων του βιβλίου. Πέραν του «αντιτουριστικού» Σμάιλι που σέρνει τα βήματά του είτε στους σκοτεινούς δρόμους, είτε στα λασπωμένα χωράφια, σκιτσάρονται εξαιρετικά οι φιγούρες των πρακτόρων της βρετανικής αντικατασκοπείας που ο καθένας τους θα μπορούσε να αποτελέσει τον κεντρικό ήρωα ενός άλλου μυθιστορήματος. Ο Λε Καρέ, έχει βάλει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ιστορία αφού και ο ίδιος υπηρετώντας στην αντικατασκοπεία, ως άλλος Σμάϊλι έπεσε θύμα του Κιμ Φίλμπυ, είδε το όνομά του στις λίστες των πρακτόρων που παρέδωσε ο διασημότερος «τυφλοπόντικας» της ιστορίας στους Σοβιετικούς όταν αυτομόλησε. Ο συγγραφέας αναγκάστηκε να συνταξιοδοτηθεί, η κυβέρνηση έχασε έναν πράκτορα, ο κόσμος κέρδισε έναν συγγραφέα τεράστιου βεληνεκούς.

Το βιβλίο μεταφέρθηκε στην τηλεόραση του BBC το 1979 σε μορφή 7 επεισοδίων με πρωταγωνιστές τους Άλεκ Γκίνες (εξαιρετική επιλογή), Ίαν Ρίτσαρντσον και Ίαν Μπάνεν, ενώ ετοιμάζεται και η κινηματογραφική του μεταφορά, η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε δύο-τρία χρόνια. «Ο ΚΛΗΡΟΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟΝ ΣΜΑΪΛΙ» είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας, η οποία συνεχίζεται με τον «ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟ ΜΑΘΗΤΗ», και ολοκληρώνεται με το «ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΜΑΪΛΙ». Οι εκδόσεις Καστανιώτη ήδη τον Μάρτιο εξέδωσαν τον «...ΜΑΘΗΤΗ» ενώ οι «ΑΝΘΡΩΠΟΙ...» βγαίνουν τον Ιούλιο. Έτσι είναι τα (εκδοτικά) πράγματα στην Ελλάδα, ή όλα, ή τίποτα...Μέσα σε έναν χρόνο, ως εκ θαύματος, ανακαλύπτεται ο Λε Καρέ, μέχρι πρότινος «εξορισμένος» σε εκδόσεις τσέπης (από τις οποίες τον μάθαμε και τον αγαπήσαμε) να κοσμεί τα stands νησιώτικων πρακτορείων τύπου ή αθηναϊκών περιπτέρων! Μας έφαγε η «ποιότητα» σ’αυτή τη χώρα.